Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ & Ε.Ε. – ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ DUBLIN II

Κατ’ αρχάς, οφείλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την τιμητική πρόσκλησή τους και ελπίζω η παρουσία και η συμβολή μου να δικαιώσει αυτήν την επιλογή και να προσθέσει, έστω και κατ’ ελάχιστο, στην σημερινή συζήτηση.

Προτού προχωρήσω στην διατύπωση ειδικωτέρων απόψεων επί της πολιτικής για την μετανάστευση, θα ήθελα να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα τα οποία προκύπτουν στις καθημερινές συζητήσεις, αλλά εθίγησαν και σήμερα. Συγκεκριμένα, σχετικά με το Δουβλίνο ΙΙ αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι δεν πρόκειται για συνθήκη ή οδηγία. Είναι κανονισμός της ΕΕ, ίσως ο βασικότερος όλων. Επομένως, κάθε αιτίαση περί αναθεωρήσεως ή καταγγελίας του, είτε αγνοεί είτε σκοπίμως παραβλέπει το γεγονός ότι αφ’ ενός οι αλλαγές κανονισμών δεν αποτελούν συνήθη πρακτική της Ε.Ε. και αφ’ ετέρου, προκειμένου να συμβεί αυτό, προϋποτίθεται συναίνεση, την οποία δεν συγκεντρώνει η άποψη για αλλαγή ή τροποποίηση του συγκεκριμένου. Σχετικά με το γεγονός της αποδοχής του, από την ελληνική πλευρά, πράγματι, η  ελληνική Κυβέρνηση το 2003, απεδέχθη και συνυπέγραψε τον κανονισμό αυτό. Όμως, η Ελλάδα, ασκούσα την Προεδρία της Ένωσης, όφειλε να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να δημιουργεί συνθέσεις και όχι να προτάξει ιδιοτέλεια. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι κατά την περίοδο εκείνη οι μεταναστευτικές ροές, ειδικά προς την χώρα μας, αφορούσαν μετακινούμενους από τα Βαλκάνια (κυρίως από  Αλβανία, Ρουμανία, Βουλγαρία), τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και εν γένει τις πρώην Ανατολικές, Οι μεταναστευτικές όμως ροές, κατά το 2005 και εντεύθεν, σημειώνουν ραγδαία μεταβολή καθώς οι εξελίξεις στην Μέση και Εγγύς Ανατολή, όπου η μονίμως χαίνουσα πληγή του Παλαιστινιακού, οι δύο πόλεμοι του Κόλπου, η επέμβαση στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και οι μεγάλες οικολογικές καταστροφές από πλημύρες στο Πακιστάν, ήσκησαν μεγάλες πιέσεις στους εκεί πληθυσμούς, εξωθώντας σε μαζική έξοδο προς την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Προφανώς και η ευρύτερη μεταβολή συνθηκών συμβάλει στην ανάδειξη του προβλήματος στα σημερινά επίπεδα, σημείο που αποτελεί και διαπραγματευτικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς στην καταβαλλομένη προσπάθεια τροποποιήσεων επί του κανονισμού, πλην όμως, δεν φαίνεται κατά την στιγμή αυτή να συναντά ευήκοα ώττα μεταξύ των λοιπών εταίρων μας.
Τούτο, κυρίως, διότι η πολιτική της Ένωσης διακρίνει σαφώς την παράνομη από την νόμιμη μετανάστευση Συναφώς με την περίπτωση της νόμιμης μετανάστευσης, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη πολιτική εντεταγμένη σε κοινό σχεδιασμό. Αν ανιχνεύονται ψήγματα συν-αντίληψης, αυτά αφορούν κυρίως στο πεδίο της ένταξης και διαχέονται προς εφαρμογή μέσω οδηγιών· δηλαδή απλώς ορίζεται ένα γενικό πλαίσιο το οποίο δεν δεσμεύει τα Κ-Μ, κάθε ένα εκ των οποίων είναι ελεύθερο να σχεδιάζει την δική του πολιτική. Για την παράνομη μετανάστευση, την μη νόμιμη, υπάρχει αυστηρή πολιτική καθόσον η κατηγορία αυτή μετανάστευσης θεωρείται –και όχι χωρίς βάσιμες αιτίες-, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια και η πολιτική επ’ αυτού του πεδίου, ασκείται μέσω κανονισμών και αποφάσεων του Συμβουλίου. Ένα ακόμη ζήτημα, προκαλεί το γεγονός ότι η παράνομη μετανάστευση στην Ελλάδα αφορά κατά τον μέγιστο βαθμό πρόσωπα που έχουν εισέλθει παρανόμως στην χώρα και άρα, έχουν ήδη διαπράξει αδίκημα –ο όρος «παράτυπος» μετανάστης, συγνώμη, αλλά δεν νομίζω ότι είναι δόκιμος ή έχει κάποια θετική επίδραση· θεωρώ ότι αποτελεί έναν εξωραϊσμό και δεν προσφέρει ουσιαστικά κάτι, αν δεν βλάπτει κιόλας. Στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες η παράνομη μετανάστευση, αφορά κατά κύριο λόγο σε πρόσωπα τα οποία εισήλθαν νομίμως στις χώρες αυτές, αλλά, συνεχίζουν να παραμένουν και μετά την λήξη των θεωρήσεων εισόδου. Αυτό καθορίζει και την διάκριση στο είδος του διαπραττομένου αδικήματος καθώς είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα αποτελεί το εφαλτήριο προς την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα ή τις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Υπάρχουν επιχειρήματα, τα οποία η ελληνική πλευρά θα εδύνατο να αντιπαρατάξει στην προσπάθεια τροποποιήσεων του Δουβλίνου ΙΙ και της αναπροσαρμογής του; Φυσικά και υπάρχουν, όπως ούτως ή άλλως, συν τω χρόνω, επέρχεται και η αντικειμενική μέσο/μακροπρόθεσμη αναγκαιότητα τροποποιήσεων και προσαρμογών –τα κανονιστικά κείμενα τροποποιούνται δύσκολα, δεν είναι όμως το ιερό Κοράνι. Πρώτα όμως θα πρέπει η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες διατάξεις και να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα που δίδεται δια του παρόντος κανονισμού, κάτι που δεν έχει γίνει. Δεν έχω ακούσει κάποιο σοβαρό επιχείρημα από όσους κραυγάζουν περί αυτού και δυστυχώς συμπεριλαμβάνονται και υψηλοί κυβερνητικοί παράγοντες, πρώην και νυν.
Και στο σημείο αυτό, νομίζω είναι χρήσιμο να προχωρήσω σε μια σύντομη επισκόπηση-κριτική της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής, αφού όμως πρώτα διατυπώσω έναν προσωπικό μου προβληματισμό: θεωρώ πώς ισοδυνάμως σημαντικό ζητούμενο, εκτός από τα εργαλεία ένταξης είναι το πλαίσιο στο οποίο θέλουμε να εντάξουμε τους μετανάστες.
Η μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα, ακολούθησε την κλασσική συνταγή: αιφνιδιασμός, άρνηση της πραγματικότητας, συγκάλυψη-εξωραϊσμός. Αρχικά, η αιφνιδιαστική είσοδος            κατά την 10ετία του 1990 αντιμετωπίσθηκε με διστακτικότητα και υπό την πίεση κραυγών (θυμόμαστε πόσοι «πρόεδροι» συλλόγων ληστευθέντων, παρήλαυναν από τα τηλεοπτικά δίκτυα…). Μόλις το 2001, μετά δηλαδή από μια 10ετή  περίοδο υποδοχής μεταναστευτικών ροών ψηφίζεται ο Ν. 2910/2001. Ήταν απολύτως ανεπαρκής και ασαφής, καθώς δεν απαντούσε ουσιαστικά σε κανένα από τα ζητήματα που ανέκυπταν από την εισροή μεταναστών στην Ελλάδα. Η ελληνική κακοδαιμονία που επηρεάζει και την νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η σύνταξη νόμων υπό την πίεση των γεγονότων και όχι υπό το πρίσμα μιας ανάλυσης και σχεδιασμού, οδήγησε στην δημιουργία του επομένου Ν.3386/2005 και ο οποίος, αποτελούσε μια αντιγραφή με κάποιες, ελάχιστες, βελτιώσεις του προηγουμένου 2910/01 και κρίθηκε αναγκαία η τροποποίησή του με τον Ν.3448/2006 και αργότερα αντικατεστάθη από τον Ν.3536/2007 που ατύχησε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι. Η δημιουργία 3 νομοθετημάτων και τα άπειρα Προεδρικά Διατάγματα, σε πραγματικό χρονικό διάστημα μικρότερο της 2ετίας, είναι ενδεικτικό σημείο της επιπόλαιης αντιμετώπισης του μεταναστευτικού –πλέον- προβλήματος.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι άνθρωποι μετακινούνται, είναι ευάλωτοι, αγχωμένοι και η ανασφάλεια κυριαρχεί την συμπεριφορά τους. Ακόμη και κατά τις μετακινήσεις ρουτίνας, αν και επιδρά ή δύναμη της συνήθειας και δεν είναι απολύτως συνειδητή αυτή η αίσθηση, θα παρατηρήσουμε ότι όλοι μας είμαστε ευαίσθητοι σε κάποιον άλλο θόρυβο, έξω από τον καθημερινό, στρέφουμε το βλέμμα αν ακουστεί κάποιος βηματισμός και θέλουμε να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατόν στην ασφάλεια του χώρου τον οποίο γνωρίζουμε. Μπορούμε, επομένως, να φανταστούμε, πόσο αυτά τα αισθήματα οξύνονται όταν η μετακίνηση είναι αιφνίδια και ο προορισμός άγνωστος, δεν αφορά στην υποχρεωτική αυτή καθημερινότητα, αλλά προκύπτει υπό  όρους εξαναγκασμού, βίας –όχι μόνον της προκαλουμένης εκ φυσικών καταστροφών ή εμπολέμων καταστάσεων, αλλά και εξ αυτής την οποία γεννά η οικονομική ένδεια.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία υποδοχής, ειδικότερα όταν δεν είναι προετοιμασμένη, εκλαμβάνει την έλευση των «ξένων» ως εισβολή και κυριαρχείται σταδιακά από την ανασφάλεια και τον φόβο, συναισθήματα που προκαλούνται τόσο από την παρουσία του άγνωστου και απρόσωπου αλλοδαπού, όσο και εκείνη την οποία επιφέρει η ύπαρξη μιας οικονομικής κρίσης, καθώς διάφοροι ανόητοι καλλιεργούν την εντύπωση ότι για την ανεργία των γηγενών ή ημεδαπών, ευθύνεται η παρουσία ξένων και όχι η ύφεση και η αδυναμία αναπτυξιακής δυναμικής.
Εντός αυτού του πλαισίου, η πιθανότητα δημιουργίας οξύνσεων, συνδυαζόμενη με την απουσία ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση και αδιάβλητων, αποτελεσματικά λειτουργικών θεσμικών οργάνων, αυξάνεται σε υψηλά επίπεδα επικινδυνότητας. Η πρόσφατη εμπειρία μας, το επιβεβαιώνει. Η ανεπάρκεια των οργάνων της Πολιτείας και η παρουσία αλλοδαπών, υπό καθεστώς γκρίζας ζώνης και σε κατάσταση οριακής εξαθλίωσης, απουσία ουσιαστικών ελέγχων έδωσε σε κάποια φασιστοειδή αποβράσματα την δυνατότητα να εκμεταλλευτούν το κενό και να «πουλάνε» προστασία στους κατοίκους του Αθηναϊκού κέντρου και να εκτονώνουν την ψυχωτική αθλιότητά τους, πάνω σε κάθε μετανάστη. Κατά τα ειωθότα, ο διάλογος  διεξάγεται σε κλίμα υστερίας και τηλεοπτικής προσέγγισης, δίχως διατύπωση ουσιαστικής πρότασης από καμία πλευρά, ούτε αυτή των μεταναστο-πατέρων, ούτε εκείνη των μεταναστο-μάχων. Όμως το μεταναστευτικό δεν είναι ήσσονος σημασίας κοινωνικό ζήτημα, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγική διαδικασία, την δημόσια τάξη και ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και με την εθνική ασφάλεια. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ζήτημα που πρέπει να προσεγγίζεται με αφέλεια ή να χρησιμοποιείται ως όχημα επίδειξης και καταξίωσης.
            Η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική Πολιτεία στην αντιμετώπιση του θέματος, επιτρέπει την γέννηση σοβαρών αμφιβολιών που σχετίζονται με το κατά πόσο υπάρχει συνείδηση της ευθύνης την οποία συνεπάγεται η ύπαρξη άνω του 1,5 εκμ. αλλοδαπών. Η γενική αρχή της πολιτικής πρακτικής, να παραπέμπεται κάθε «καυτό» πρόβλημα στο μέλλον και η ενασχόληση με «σοβαρά» προβλήματα και όχι η σοβαρή ενασχόληση με τα προβλήματά μας, εφαρμόσθηκε απολύτως και σε αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, η πολιτική για την μετανάστευση, καρκινοβατεί ανάμεσα στην άρνηση και στην αφομοίωση, δίχως να διαμορφώνεται ένα σαφές και καθαρό πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον. Πρέπει να αποφασίσουμε αν θα είμαστε χώρα αφομοίωσης –έστω και μερικής- των μεταναστών είτε χώρα μη αφομοίωσης, δηλαδή χώρα που απλώς αναζητά εργατικό δυναμικό και όχι νέους πολίτες. Είναι προφανείς οι διαφορές που ανακύπτουν από την  διάκριση των δύο αυτών προσεγγίσεων. Επ’ αυτού, δεν έχει προκληθεί καμία συζήτηση και μόνον δόγματα εκφράζονται. Κάθε πλευρά λαϊκίζει και η προκαλούμενη αντιπαράθεση στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.
            Αν για το ζήτημα των νομίμων και ειδικότερα των οικονομικών μεταναστών του πρώτου κύματος από την Αλβανία και τις πρώην Ανατολικές χώρες έχει, έστω και εκ των πραγμάτων, δρομολογηθεί κάποια λύση –με πάντοτε ανοικτά τα θέματα ένταξης και δικαιωμάτων που δεν πρέπει να θεωρούνται ασήμαντα ή άνευ αναγκαιότητας παρεμβάσεων-, το μείζον ζήτημα σήμερα ανακύπτει από την παράνομη και αθρόα προσέλευση αλλοδαπών από την Ασία ( Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ιράκ κ.ά.) και από χώρες της Αφρικής. Μεταξύ των δύο ρευμάτων ανιχνεύονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Αφ’ ενός, οι πρώτοι μετανάστες ήταν πιο κοντά πολιτισμικά στην ελληνική κοινότητα (λόγω θρησκευτικών και κοινωνικών συναφειών) και αφ’ ετέρου είχαν στην μεγάλη πλειοψηφία τους προορισμό την Ελλάδα, είτε προσωρινά για την συγκέντρωση κάποιου κεφαλαίου από την εργασία τους και μετά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους είτε αποσκοπούσαν σε μόνιμη μετοικεσία· οι πληθυσμοί μεταναστών του νέου ρεύματος, προσέρχονται με κάθε μέσο στην χώρα, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν κυρίως, ως πύλη εισόδου και διάμεσο σταθμό, για την μετάβασή τους σε  άλλες, ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Γερμανία, Σουηδία κ.λπ.) ή τις Η.Π.Α. και Καναδά (σε μια διαδρομή μέσω Ισπανίας). Για λόγους είτε οικονομικής αδυναμίας είτε νομικών εμπλοκών (σύλληψη, καταγραφή κ.λπ.), «κολλάνε» στην Ελλάδα και δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια κατηγορία σύγχρονων νομάδων πόλεων, από τους οποίους, άλλοι αρνούνται και άλλοι  αδυνατούν να καταγραφούν και να αποκτήσουν νομιμοποιητικά έγγραφα, με επακόλουθη συνέπεια την ανεξέλεγκτη περιφορά τους στα αστικά κέντρα. Η αδυναμία, ταυτοπροσωπίας και προσδιορισμού της χώρας  προελεύσεως (όχι της χώρας διελεύσεως) –εφ’ όσον οι Διπλωματικές Αρχές των χωρών αυτών είτε δεν επιθυμούν την συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές είτε πράγματι αδυνατούν να βεβαιώσουν την υπηκοότητα, με συνεπαγομένη επίπτωση την δημιουργία δεκάδων χιλιάδων παρανόμων μεταναστών ανεφίκτου απελάσεως-, καθιστά αδύνατη την επαναπροώθησή τους και φυσικά δεν υπάρχουν κρατητήρια που να χωρέσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα μετά από κάποιες ημέρες (30-90 στην χειρότερη περίπτωση), να αφήνονται ελεύθεροι, για να επανεκκινήσει ο κύκλος όταν συλληφθούν την επόμενη φορά. Εφ’ όσον δεν αισθάνονται τον έλεγχο ή ακόμη και αυτήν την ελάχιστη υποχρέωση λογοδοσίας, την οποία συνεπάγεται η καταγραφή τους από τις Αρχές, δεδομένης της ένδειας και απόγνωσης -συνδυαζόμενες με το πολιτισμικό background (π.χ., για κάποιον φανατικό ισλαμιστή, η καταβολή χρηματικού αντιτίμου είναι υποχρέωση των αλλοθρήσκων για την δυνατότητά τους να έχουν άλλη θρησκεία και να συνεχίσουν να ζουν)-, αυξάνονται οι κίνδυνοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, οπωσδήποτε, όχι ως γενικευμένη κατάσταση, από ακραία ή άτομα με οριακή και παραβατική συμπεριφορά.
Όμως, η μεταναστευτική πολιτική ενός σύγχρονου Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου, πρέπει να εδράζεται σε ανθρωπιστικές αξίες, αλλά, ταυτοχρόνως, να είναι πολιτική και να απαντά στο διπλό ζήτημα της ένταξης και της δημόσιας τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, ευνοήτως, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα πρέπει να είναι απολύτως σεβαστά και καμία έκπτωση δεν επιτρέπεται. Το θέμα της μετανάστευσης όμως δεν είναι μόνον θεμα δικαιωμάτων και κακώς η συζήτηση εστιάζει μονοδιάστατα σε αυτό το σημείο. Αυτό γιατί προσδιορίζει τον μετανάστη ως υπαίτιο της μετανάστευσης και όχι ως υποκείμενο που υφίσταται εξ ίσου τις επιπτώσεις της μετακίνησης. Σχετικά με τα δικαιώματα, γίνεται και πολύς λόγος για τα όριά τους. Φυσικά και υπάρχει όριο, εκείνο το οποίο θέτει η Συνταγματικότητα, δηλαδή, το Συνταγματικό κεκτημένο της χώρας υποδοχής. Ευνοήτως, καθοριστικής βαρύτητας σημείο αποτελεί και το κατά πόσο η κοινωνία υποδοχής είναι πεπεισμένη για την ένταξη των μεταναστών.
Μια προσεκτική ματιά στο ελληνικό μοντέλο, θα αναδείξει ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει –όπως άλλωστε προαναφέρθηκε-, αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να πράξει, φυσικά οι ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας είναι βαρύτατες, γιατί δεν έδωσαν είτε ως κυβερνήσεις είτε ως θεσμικοί πολιτειακοί φορείς κανενός είδους κατεύθυνση στους πολίτες, αλλά, έτρεχαν να απαντήσουν στις κατά περιόδους εκρήξεις με νομοθετήματα πρόσκαιρης αντιμετώπισης συμπτωμάτων και όχι ουσιαστικής πολιτικής για την  μετανάστευση, καθώς είναι προφανής η θεώρηση προσωρινότητας στην παραμονή των αλλοδαπών, παραγνωρίζοντας την αντικειμενική εικόνα που παρουσιάζει η πραγματικότητα. Αποτέλεσμα είναι η αδιαφορία στην ανάπτυξη δομών προστασίας αλλά και εκπαιδεύσεως και δημιουργίας ενταξιακών πολιτικών (έστω και για τον πρώτο βαθμό ένταξης –χρησιμοποιώ τον όρο ένταξη γιατί είναι πολιτικός και όχι αφομοίωση που εμπίπτει στο πεδίο της κοινωνιολογίας-, εκείνον της συμμορφώσεως προς τον γενικό τρόπο ζωής), η όλη αυτή συνθήκη αναπαράγει την παράνομη μετανάστευση και επιπροσθέτως δημιουργεί έναν ευρύτερο κύκλο παρανομιών εξ αιτίας της μη νομιμότητας στην διαμονή των μεταναστών (γιατροί, δάσκαλοι κ.λπ.), ενώ παραλλήλως, αποτελεί εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη παρανόμων δικτύων εσωτερικής διακίνησης-κατασκευής πλαστών πιστοποιητικών-ανάπτυξη κυκλωμάτων μεσαζόντων (δικηγόρων, υπαλλήλων της διοίκησης, αστυνομικών υπαλλήλων και κάποιων μεταναστών) για διεκπεραίωση διοικητικών θεμάτων- χρηματισμό υπαλλήλων κ.ά.
Ιδιαίτερο θέμα δημιουργείται από την κατάχρηση του δικαιώματος αιτήματος Ασύλου: οδηγεί στην συνέπεια αναπαραγωγής παρανόμων μεταναστών. Όσοι πραγματικά δικαιούνται δεν εμπιστεύονται την διαδικασία και δεν υποβάλλουν αίτημα, ενώ στο Αλλοδαπών της Π. Ράλλη, υποβάλλονται κάθε Σάββατο μόνο 20 περίπου αιτήματα, ενώ αναπτύσσεται εμπόριο της σειράς προτεραιότητας.  Αυτό συντελεί στην επαύξηση του κύκλου παρανομιών (δάσκαλοι, γιατροί, υπάλληλοι που χρηματίζονται κ.λπ.), ενώ συνδυαζόμενη με τις περιπτώσεις των ανεφίκτου απελάσεως, επί παραδείγματι, το 2011 υπήρχαν 85.000 καταγεγραμμένες είσοδοι και μόλις 11.000 απελάσεις,  δημιουργεί μια κοινωνία σύγχρονων νομάδων πόλεων, και συγκροτεί απειλή για την κοινωνική συνοχή, καθώς επιτρέπει σε κάθε ψυχοπαθή αυτόκλητο προστάτη του έθνους, την εκτόνωση της αθλιότητάς του πάνω σε κάθε αλλοδαπό που θα βρεθεί αντιμέτωπος με την μαινόμενη ομάδα νεοφασιστών.
Ως γενική αρχή, δεν είναι λάθος ο ισχυρισμός ότι από τα πολιτικά κόμματα δεν παρουσιάζεται μια εις βάθος ανάλυση, σχεδιασμός και επεξεργασία προτάσεων για το ζήτημα της εισροής μεταναστευτικών πληθυσμών στην χώρα. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ενώ σε κάθε έξαρση του σχετικού διαλόγου  ακούγονται οι ίδιες στερεότυπες θέσεις, τα ίδια ευχολόγια ή αναθέματα και μετά την καταλαγή, τηρείται «σιγή ασυρμάτου» μέχρι την επόμενη επανάληψη. Όπως όλα τα θέματα, έτσι και αυτό της μεταναστευτικής πολιτικής, αντιμετωπίζεται εν θερμώ, δίχως ουσιαστική πρόταξη κάποιας τεκμηριωμένης άποψης και με προσέγγιση συμβατή με την εκάστοτε επικρατούσα «μόδα». Είναι λυπηρό και αδικεί τους πολίτες γιατί επί του συγκεκριμένου ζητήματος υπάρχει πλούσιο επιστημονικό έργο και μελέτες από τους Έλληνες επιστήμονες, το οποίο προσθέτει σημαντικά και εξειδικεύει θέματα από την παγκόσμια βιβλιογραφία και έρευνα. Πιο αναλυτικά:
Το ΠΑΣΟΚ, αρχικά από το 2004, εξέφρασε μια θετική και σχετικά ισορροπημένη θέση και πρέπει να ομολογηθεί ότι είναι η αιτία που το θέμα της μετανάστευσης κατέστη θέμα της κύριας πολιτικής ατζέντας επί της ουσίας του. Δεν επέτυχε, για λόγους συναφείς με την όλη αντίληψη και διαχείριση κράτους και κόμματος από την ηγετική ομάδα περί τον Γ. Παπανδρέου, να συγκροτήσει ουσιαστική πολιτική για την μετανάστευση. Ο Ν. 3838/2009 και οι επέκεινα παρεμβάσεις επί του θεσμικού πλαισίου, τακτοποίησαν κάποια εκκρεμή θέματα, πλην όμως δεν συνεκρότησαν μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη πολιτική μετανάστευσης. Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο κομματικής διεργασίας, παρά την αρχικά θετική παρουσία της νέας θεσμικότητας (Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με αντικείμενο και την μετανάστευση) και παρά την δυνατότητα που δόθηκε για ισότιμη συμμετοχή των μεταναστών σε όλο το φάσμα των κομματικών οργάνων, δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα. Στα πρώτα στάδια, έγιναν πράγματα αλλά, στην συνέχεια, από μια πλευρά η αδιαφορία ή η ανεπάρκεια των υπευθύνων του και από την άλλη η φοβική προσέγγιση ή η επίσης ανεπαρκής παρουσία των Κυβερνητικών στελεχών, των επιφορτισμένων με την ευθύνη της μεταναστευτικής πολιτικής, δεν απέτρεψαν την αοριστολογία και την χρησιμοποίηση των μεταναστών ως μηχανισμό εσωτερικών εκλογικών αντιπαραθέσεων ή ευκαιρία επιδείξεως «έργου» με ανώδυνα, εύκολα και ανούσια παρατάγματα.
Ακόμη και σήμερα –εντονότερα κατά την τελευταία 3ετία-, εκτός από διάφορες «ρωμαϊκού» τύπου εκδηλώσεις αυτοϊκανοποίησης, δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική παρέμβαση στον μεταναστευτικό πληθυσμό, καθώς δεν υπάρχει διεργασία ενημέρωσης και εκπαίδευσης πρώτα του κομματικού κορμού και κατά συνέπεια και της κοινωνίας, ενώ, συνεχίζεται η επικοινωνία με τους μετανάστες να πραγματοποιείται διαμέσου συλλογικοτήτων(;) ελεγχόμενης βαρύτητας και προθέσεων ή σκοπού, δημιουργώντας έτσι προνομιούχους συνομιλητές με την κομματική θεσμικότητα, οι οποίοι αναγορεύονται σε παράγοντες ή και μεσάζοντες. Αυτό αποστερεί την δυνατότητα άμεσης και προσωπικής επικοινωνίας του πολιτικού αυτού, κόμματος με τον μετανάστη και δημιουργεί εντός του ευαίσθητου αυτού χώρου τις πιθανότητες ανάπτυξης «επαγγελματιών» μεταναστών με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η Νέα Δημοκρατία και το ΛΑ.ΟΣ. κρύπτονται πίσω από τον άκρατο φασίζοντα λαϊκισμό του «έξω οι ξένοι», απευθύνονται στα πλέον ταπεινά ένστικτα των πολιτών της ελληνικής κοινωνίας,  προκαλούντες τον φόβο, εμπαίζοντας την απελπισία που προκαλεί η περιδίνηση από την κρίση. Διακηρύττουν ότι η ανεργία θα περιορισθεί –αν δεν λυθεί οριστικά-, όταν φύγουν οι ξένοι, η εγκληματικότητα θα ελαχιστοποιηθεί και εν πάση περιπτώσει, θα υπάρξει καταλαγή αν οι ξένοι απομακρυνθούν. Αυτή η άποψη, είναι τόσο αφελής (επιεικώς) καθώς παραβλέπει ή επιχειρεί να συγκαλύψει για ψηφοθηρικούς λόγους τις παθογένειες και τις ανεπάρκειες της ελληνικής κοινωνίας, χαϊδεύει αυτιά και δεν είναι δυνατόν να την λάβει σοβαρά υπ’ όψιν κανείς σοβαρός ακροατής. Παρά ταύτα, ούτε αυτοί οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί αντιστάθηκαν στον πειρασμό της …αξιοποίησης (!) μεταναστών μέσα στις τάξεις τους, κυρίως  ως άλλοθι αλλά ενίοτε και ως μηχανισμό εκλογικής χρήσεως.
            Στους αντίποδες, η Αριστερά,  με το ΚΚΕ να τοποθετείται με βάση την Μαρξιστική-Λενινιστική θεωρία περί πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, προλεταριακού διεθνισμού και την στερεότυπη αντιιμπεριαλιστική ρητορεία του. Οι σχηματισμοί της ανανεωτικής αριστεράς και οι δορυφόροι της κολακεύουν ασυνάρτητα τους μετανάστες και ουσιαστικά καταργούν την εθνική οντότητα, στην οποία όμως οι μετανάστες και θα πρέπει και επιθυμούν να ενταχθούν. Παραβλέπουν τα πραγματικά προβλήματα που ανακύπτουν από την ασύδοτη και ανεξέλεγκτη –αριθμητικά και ποιοτικά-, παρουσία μη νομίμων και μη καταγεγραμμένων μεταναστών. Η «αριστεροφανής», αφελής αυτή προσέγγιση δεν είναι ορθολογική αντιμετώπιση και εν πολλοίς είναι αδιέξοδη και απρόσφορη, καθώς δεν λαμβάνει υπ’ όψιν παραμέτρους αφορούσες στα προβλήματα και τις ανασφάλειες των ημεδαπών. Φυσικά ούτε λόγος για τα εμφιλοχωρούντα θέματα δημόσιας τάξης ή ακόμη και αυτά της εθνικής ασφάλειας. Είναι ευνόητο ότι η αντίληψη αυτή ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως η διανυομένη, συντηρητικοποιεί την κοινωνία και προκαλεί μεγαλύτερες βλάβες στην υπόθεση «μετανάστης» από εκείνες μιας αξιόπιστης, σοβαρής πολιτικής, έστω και υπό συντηρητική θεώρηση.
            Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω και θα κλείσω κάπου εδώ την τοποθέτησή μου, γιατί θα είναι πολλαπλά χρήσιμο να ακολουθήσει διάλογος και να εκφρασθούν θέσεις, απόψεις ή ακόμη και ερωτήσεις στις οποίες με χαρά θα προσπαθήσω να απαντήσω.
            Συνοψίζοντας, θα έλεγα, ότι η προβληματική κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα, οφείλεται στην ατολμία της πολιτικής ηγεσίας της χώρας να αντιμετωπίσει ουσιαστικά και άμεσα το ζήτημα και προς την κατεύθυνση της υποστήριξης των μεταναστών να ενταχθούν και να νομιμοποιηθούν –κατά τις αρχικές φάσεις-, αλλά και στην ισόρροπη αντιμετώπιση προβλημάτων που ανέκυπταν για τους ημεδαπούς και την εκπαίδευση-καθοδήγηση της κοινωνίας να υποδεχθεί αυτούς τους νέους κατοίκους της χώρας. Δεν πρέπει να μην επισημαίνεται σε κάθε περίπτωση και η «υποκριτική» κατά μία έννοια στάση της Ε.Ε. η οποία εξαντλεί την αλληλεγγύη της στην χρηματοδότηση και δεν θέλει να αντιληφθεί ή μάλλον να αποδεχθεί ότι η Ελλάδα έχει σήμερα αυτή την εικόνα πρωτίστως γιατι είναι η εύκολη πύλη εισόδου στην Ε.Ε. και η οριογραμμή της είναι και μεγάλη αλλά και με την Τουρκία η οποία είναι γνωστόν, αποτελεί εύφορο έδαφος δράση παρανόμων κυκλωμάτων διακίνησης. Επίσης, είναι σημαντική η καθυστέρηση στην εφαρμογή του Ελληνικού Σχεδίου Δράσης για την διαχείριση των μεταναστευτικών ροών –δεν κατενόησα ποτέ γιατί ο διάδοχος του συντάκτου Υπουργού δεν έκανε το παραμικρό-, όμως η κατάρτισή του δεικνύει πολιτική βούληση και επαρκή γνώση, ελπίζω ότι θα αρχίσει να εφαρμόζεται και οι όποιες βελτιώσεις να πραγματοποιηθούν εγκαίρως. Παρεμπιπτόντως, σχετικά με το Τείχος του Έβρου πρέπει να επανεξετασθεί η χρησιμότητά του καθώς η πείρα έχει δείξει σε παρόμοιες περιπτώσεις ότι εκτρέπει ροές και δεν είναι αποτελεσματικό (commissioner Malshtrom), ενώ τα Κέντρα Κράτησης δεν πρέπει να αναφέρονται ως τέτοια, αλλά, να είναι φυλασσόμενοι χώροι υποδοχής και φιλοξενίας. Η περιβόητη Frontex, μπορεί να εξυπηρετεί άλλες ανάγκες πλην όμως, επί του προκειμένου δεν έχει αποτρεπτική αρμοδιότητα και περιορίζεται μόνον στην καταγραφή των εισόδων. Είναι χρήσιμο κι αξιοποιήσιμο αυτό το γεγονός σε άλλα πεδία, πλην όμως, δεν λύνει και δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην επίλυση προβλημάτων ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών. Τέλος, δεδομένου του ότι το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό, η δημιουργία ειδικού χαρτοφυλακίου για την μετανάστευση κρίνεται ενέργεια σκόπιμη και αναγκαία, προκειμένου να αποτραπεί η εμπλοκή στον κυκεώνα συναρμοδιοτήτων και των όλων παθογενειών της ελληνικής διοίκησης.

Λυκούργος Χατζάκος
Παρέμβαση στην εκδήλωση του CaffeBabel

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012


ΔΗΛΩΣΗ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗΣ!
     Γεγονός, ότι τα πράγματα είναι ζόρικα. Επίσης, καμία αντίρρηση ότι χάθηκε χρόνος –το ομολογούν  κυβερνητικά στελέχη, άλλωστε- και για την οικονομία της συζήτησης, δεν εγείρω καμία ένσταση, αν κάποιος ισχυρισθεί πως η διαπραγμάτευση δεν ήταν αυτή που έπρεπε. Ακόμη, να καταθέσω ότι ως «Έλλην» είμαι φύσει αισιόδοξος τύπος και αρνούμαι να μπω στην κατάθλιψη της εποχής. Αν μου πάρουν το σπίτι, δεν θα είμαι ο μόνος, αν μου πάρουν το αυτοκίνητο έχει και μετρό τώρα, αν δεν μπορώ να πάω “Mercedes” θα την βγάλω με σουβλάκι και πασατέμπο στην πλατεία. Άσε που στα παγκάκια και τα πάρκα, θα έχω την ευκαιρία να θυμηθώ τα βράδια της εφηβείας μου, με παρέες στο Alluete ακόμη και μετά το κλείσιμο του café και με κουβεντολόϊ μέχρι πρωΐας. Θα κάνω «ρεφενέ» ανταλλαγή επισκέψεων με τους φίλους μου και θα βγει, που θα πάει!
     Τούτο, όμως, το πράγμα, να σώζομαι κάθε μήνα (τείνει να καταστεί εβδομαδιαία η σωτηρία μου) και τον επόμενο άντε πάλι, «φτου ξελεφτερία», δεν το μπορώ ΜΕ ΤΙΠΟΤΕ πια! Αυτό που δεν κατάφερε η εξ εσπερίας «τρόϊκα» (ά ρε Πετρούλα!), κοντεύει να το πετύχει σύσσωμη η ελληνική πολιτική ηγεσία και η δημόσια συζήτηση!
Πιο συγκεκριμένα έχω σιχαθεί και φτάνω στα όρια νευρικής κρίσης όταν:
α) Ακούω συνέχεια για τον «επάρατο δικομματισμό» που έχει την ευθύνη για όλα. Προφανώς, παραμονές εκλογών, κάποιος –πιθανώς, εξωγήινοι-, απάγει και κλειδώνει τον μικρό Αλέξη, την θεία Αλέκα και τον μπαρμπα-Γιώργο σε ένα σκοτεινό δωμάτιο κα τους ξεκλειδώνει την επαύριον των εκλογών -με αποτέλεσμα μόνοι υποψήφιοι να είναι εκείνοι της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ.-, οι κρατούμενοι να μην παίρνουν μέρος στις εκλογές  και να χάνει η χώρα την ευκαιρία να κυβερνηθεί και να σωθεί από αυτούς. Επίσης, δεν υπάρχει περίπτωση να τους αναζητήσει κάποιος την ημέρα των εκλογών, γιατί το εκλογικό σώμα, δέχεται ψεκασμό από περίεργα χημικά μείγματα και λησμονεί. Η πιθανότητα να μην πείθουν ή να λένε άρες μάρες και πράγματα, προσήκοντα στον προηγούμενο αιώνα, αποκλείεται.
β) Ακούω να λέγεται ότι για την ένδεια και τα ελλείμματά μας φταίχτες είναι οι 2000 -τελευταίο νούμερο- σύμβουλοι των Υπουργών και του Πρωθυπουργού, των οποίων οι αμοιβές φτάνουν τις 200.000 ευρώ (πάλι παραθέτω, το πλέον, πρόσφατο ύψος αμοιβών που άκουσα). Προφανώς οι καταγγέλοντες δεν κλήθηκαν να συμβουλεύσουν κανέναν και κατέληξαν να καταθέτουν τα παράπονά τους στην δημόσια τηλεόραση. Σε διαφορετική περίπτωση ή δεν θα ασχολούνταν ή θα γνώριζαν το πραγματικό ύψος των αμοιβών και τον αριθμό.
γ) οι τρομοκρατικές επιθέσεις των «σοβαρών» εκπομπών, δεν με λυγίζουν, με ενοχλούν, αφόρητα όμως, όταν μου επιτίθενται με «καθηγητές» και «αναλυτές» που το μόνο που ξέρουν είναι να διαπιστώνουν τις … διαπιστώσεις και να προλέγουν το παρελθόν. Δεν είναι παράνομη η χρήση όπλων μαζικής καταστροφής; Μα που είναι το Κράτος! Δεν προστατεύει κανείς, πια, τους αθώους πολίτες σε τούτη τη χώρα;
δ) αγγίζω τα όρια της παράκρουσης, όταν κάποιος προσπαθεί να με πείσει πως το να βγάλω στην αεργία ή ελαχιστοποιήσω τις αμοιβές 30-60.000 ανθρώπων σε μια χώρα που την μαστίζει η ανεργία, η ύφεση, η μη παραγωγικότητα και όλα όσα υπόλοιπα μπορεί να προσθέσει κανείς, τότε θα βελτιωθεί η οικονομία και επομένως η ζωή μου (αχ! Πάλι σώθηκα ο Έλληνας!!!). Το γεγονός ότι η υπόλοιπη χώρα πλην του Λεκανοπεδίου, είναι έρημη δεν εξετάζεται ως αιτία παραγωγής ελλειμμάτων και μη αναπτυξιακή πραγματικότητα! Τελικά, δεν εξηγείται αλλιώς, κάποιοι έρχονται τις ώρες που η Ελλάς κοιμάται και μας χώνουν υπαλλήλους στον «ευρύτερο» δημόσιο τομέα, δίχως να τους παίρνουμε χαμπάρι!
ε) με πιάνει αφρώδης (!!) πυρετός όταν ακούω ότι για να κόψω τις συντάξεις, τους μισθούς και κάθε κοινωνική παροχή, προκειμένου να μαζέψω ευρώπουλα, πρέπει να έχω τελειώσει μάστερ και phd στο LSE. Αυτό το έκανε και ο πατέρας μου (μηχανικός πλοίων σπούδασε, αλλά ποτέ δεν μπάρκαρε) και από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω και οι συνάδελφοί του στην «πιάτσα». Όταν δεν «έβγαινε» ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός, το χαρτζιλίκι μου την πλήρωνε πρώτο! (Για κάθε ενδιαφερόμενο ο πατέρας μου διατηρεί κατάστημα στην πλ. Ιπποδαμείας στον Πειραιά). Στις δε διαμαρτυρίες  μου,  απαντούσε στερεοτύπως: «εγώ δούλευα από 12 χρονών για να έχω το μισό χαρτζιλίκι από το δικό σου. Τώρα πρέπει να κάνουμε οικονομία.», άσε που το ύφος του δεν έδειχνε και μεγάλη διάθεση για ... διαπραγματεύσεις. Πάντως, τον εμπιστευόμουν και ήξερα ότι όταν μπορεί, θα ανταποδώσει. Γιατί, ίσως, αισθανόμουν ότι ήμασταν μια οικογένεια.  Τέλος πάντων, μάλλον, όμως, είναι διαφορετικό να σε … περικόπτει άτομο με διδακτορικό. Είναι πιο επιστημονικό, κάτι σαν το νυστέρι με το λέϊζερ ένα πράγμα.
στ) πόσα όρια αντοχής μπορώ να έχω όταν πρέπει να επιλέξω μεταξύ είτε ενός «μαϊμού» καπιταλισμού είτε μίας ελληνικής εκδοχής της Σοβιετίας; (λες αν το ‘44 είχε κερδίσει ο ΕΛΛΑΣ να είχε πέσει ο υπαρκτός στην 10ετία; Παραγράφεται αυτό και απολογούμαι, ήταν ολίγον ιεροσυλία).


     Τέλος, ως «ανειδίκευτος απειρογνώμων», αρρωσταίνω και θέλω να βρω καράβι να φύγω, ΤΩΡΑ, επειδή: έχω ακούσει χιλιάδες οικονομο-πολιτικο-τραπεζο-χρηματοπιστωτικές & κοινωνικές αναλύσεις (οι περισσότερες, αντίστοιχου επιπέδου με τις μελέτες για την …. πολεοδομία των Αθιγγάνων), από κάθε λογής κατηγορία δημοσίως τοποθετούμενου, δημοσιογράφου, πολιτικού, αναλυτή, ειδικού, εμπειρογνώμονος, τεχνοκράτου και ότι άλλο, οι οποίοι μου λένε -κάποιες φορές εύστοχα-, το γιατί και πώς έφτασα εδώ, ΑΛΛΑ, κανείς δεν μου λέει πώς θα γλυτώσω και ποιο είναι το σχέδιό του! Από την παιδική χαρά του Αλέξη, μέχρι και την σοβαροφανή και περισπούδαστη σάλα του Ζαππείου, δεν ακούω ΤΙΠΟΤΕ! Μόνο τις ίδιες ευήκοες –πλην καταστροφικές- ανοησίες και βερμπαλισμούς για την παραγωγικότητα, κλπ κλπ. Μπορεί, τις προηγούμενες 10ετίες να καταστήσαμε όνειρο και επιτυχία επαγγελματικής αποκατάστασης το Δημόσιο και η «αριστερή» κουλτούρα μας να θεωρούσε απατεώνες και παράσιτα όλους, συλλήβδην, τους επιχειρηματίες. Καιρός να αλλάξουμε! Καιρός να δούμε αυτοκριτικά την δημόσια συμπεριφορά μας. Όταν άλλοι λαοί βρέθηκαν ενώπιον της κρίσης σκέφτηκαν "έχουμε πρόβλημα, όλοι μαζί να το λύσουμε", εδώ ακόμη ψάχνουμε το ποιός φταίει. (Ο κακός μας ο καιρός μήπως?)
     Όμως επαναλαμβάνω: ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΡΙΞΕΤΕ ΣΤΑ Prozac! Πιστεύω σε μια Ελλάδα αποκεντρωμένη, συνεπή, σύγχρονη, αισιόδοξη σαν τον ήλιο της και δυναμική σαν τις γενιές που χαμογελούν, ερωτεύονται, ονειρεύονται, σχεδιάζουν το μέλλον τους και πιστεύουν στον εαυτό τους. Που αρνούνται να ζουν χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα, που αρνούνται την «15μερη πρέζα του ενιαίου μισθολογίου» και επιχειρούν.  Με όποιες δυσκαμψίες, δυσκολίες και εμπόδια! Αυτή την Ελλάδα, θα την επιβάλλουν!
                                                                                      ΟΥΦ!
                                                                                              Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2011
 
Υ.Γ. Παρακαλώ, αν μπορείτε, παύσατε να ουρλιάζετε! Συζητήστε.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012


«Υπάρχουν παιδιά που μπορούν να μετρήσουν τ’ άστρα;»

Τα βράδια, κατά τις 23:30, φθάνω με το metro στο Αιγάλεω για να επιβιβασθώ στο λεωφορείο της γραμμής 807 προς Κορυδαλλό. Εδώ και ένα περίπου χρόνο, μεταξύ των συνήθων επιβατών, οι οποίοι επιστρέφουν σπίτι μετά από μια γεμάτη ημέρα εργασίας, συναντάω και ένα ζευγαράκι. Δύο όμορφα, πολύ γλυκά παιδιά, όχι πάνω από 18-19 χρόνων. Δεν γνωρίζω καν τα ονόματά τους, όμως, η εικόνα τους, μου φτιάχνει την διάθεση και η αύρα που εκπέμπουν είναι τόσο θετική, που έχω φθάσει να τους θεωρώ «γούρι» μου· είμαι βέβαιος, πως η επόμενη ημέρα θα είναι, τουλάχιστον, καλή.
            Η εμφάνισή τους απλή, πάντα καθαροί και περιποιημένοι, δίχως φανταχτερά ρούχα, δίχως ακρότητες. Από τις πρώτες φορές που τους παρατήρησα μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι σε όλη την διαδρομή (περίπου 15-20 λεπτά), μιλάνε ή μάλλον επικοινωνούν! Κοιτάζονται στα μάτια, εκφράζουν την αγάπη τους δίχως σαλιαρίσματα, με αξιοπρέπεια και ποτέ δε έδωσαν δικαίωμα, ακόμη και στον πιο συντηρητικό δυσκοίλιο να ενοχληθεί. Συζητούν, με το κεφάλι της κοπελιάς να είναι γερμένο στον ώμο του, δεν κουτσομπολεύουν, δεν «θάβουν» κάποιους από την παρέα τους, δεν γκρινιάζουν. Μιλούν για θέματα δικά τους. Αρκετές φορές, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται, που βρίσκουν τόσα να πουν! Εκείνη κυρίως δηλαδή. Είναι φανερό πως εκείνη είναι η star στην σχέση, που όμως, κινείται στο περιβάλλον της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης που της έχει δημιουργήσει και ξέρει πώς όταν χρειασθεί θα την στηρίξει και θα την οδηγήσει σωστά και σίγουρα. Τους χαίρομαι που είναι μαζί και δεν μπορώ να τους φανταστώ μεμονωμένα.

            Θεωρούσα πως είναι ένα ακόμη συμπαθητικό ζευγάρι, ίσως κάπως ξεχωριστό, αλλά μέχρι εκεί. Είχα την εντύπωση ότι η οικογένεια και οι όροι της καθημερινότητάς τους, θα ήταν εκείνη του μέσου όρου των νέων, ίσως με κάποιες, σχετικές αποκλίσεις προς τα επάνω ή κάτω· ή μάλλον, ποτέ δεν θα μου πέρναγε από τον νου, ότι μπορεί να ήταν διαφορετικά.
            Προχθές βράδυ, έτυχε να κάθομαι μία θέση εμπρός τους και δίχως να το επιδιώξω, άκουσα ένα μέρος από τον διάλογό τους, ο οποίος ήταν σχετικός με το οικογενειακό περιβάλλον της κοπέλας. Θα παραθέσω αυτούσιο τον διάλογο ή ότι συγκράτησα, εν πάση περιπτώσει:

[… η μάνα μου, σιγά, αυτή λεφτά θέλει, Αν της δώσει ένα 50ευρω θα πάψει, πάντα έτσι κάνει, μόνο αυτό την νοιάζει … Ε! τώρα πρέπει να βρει και ο αδελφός μου μια δουλειά, 15 ½ χρονών είναι πια, μπορεί κάτι να βρει ...]
[…η γιαγιά μου, δηλαδή η πρώην γυναίκα του παππού μου, κάτι μας έδινε, αλλά τώρα με τα κοψίματα στις συντάξεις ζορίζεται κι αυτή …ναι, μου έλεγε ότι και ο παππούς μου έδινε χρήματα για εμάς στον πατέρα μου, αλλά εμείς ποτέ δεν είδαμε κάτι από αυτά. Τι τα έκανε; Τα έτρωγε, ξέρω γω; Έπαιζε ζάρια, έπινε με τους φίλους του …]
[… εντάξει, για αυτό κι εγώ θέλω να μ’ ακούς κι εγώ εσένα, έτσι είναι τα ζευγάρια…]
[… όλα καλά θα πάνε, σιγά . . .] …

            Δεν χρειάζεται να περιγράψω το shock που ένοιωσα. Δεν μπορούσα να πιστέψω όσα άκουγα. Όχι γιατί μου είναι άγνωστες περιπτώσεις όπως αυτή, στις γειτονιές του Πειραιά, θα συναντήσεις παρόμοιες ιστορίες, όπως, άλλωστε και σε κάθε γειτονιά πέραν των «λαμπερών» προαστίων. Ήταν, όμως, που με αιφνιδίασε η αφήγηση και η αντίθεση. Μια τέτοια ιστορία και ένα τόσο χαρούμενο, γεμάτο όρεξη για ζωή, καθαρό πρόσωπο. Δίχως να υπάρχει ούτε μία σκιά, δίχως ένα παράπονο, δίχως ούτε μία υποψία θυμού για την αδικία στο βλέμμα. Καμία αγανάκτηση επειδή από την αρχή της ζωής της υποχρεώθηκε -δίχως να έχει καμία ευθύνη για αυτό-, να αντιμετωπίσει αντιξοότητες που θα λύγιζαν και ενήλικες. Διατηρεί το θάρρος και την όρεξη για ζωή, δίχως να την δηλητηριάζει.
            Θέλησα να γράψω για αυτά τα παιδιά! Ως οφειλή και φόρο τιμής σε όσους νέους παλεύουν μέσα στην ζωή δίχως κανένα πλεονέκτημα στην εκκίνηση, δίχως κανένα στήριγμα. Για εκείνα τα παιδιά που έχουν μάθει να κάνουν τα αγκάθια τους φίλους.
            Δεν έχουν ανάγκη τα καθημερινά 5ευρα – 10ευρα για καφέ στις πλατείες ή για club τα βράδια. Μπορούν να περνούν καλά και δίχως αυτά. Τολμούν να αγγίζονται, να κάνουν όνειρα και να ερωτεύονται όχι σαν πορνογράφημα, αλλά, με εφηβική αθωότητα και αισθησιασμό και ξέρουν ότι η αυριανή ημέρα θα είναι καλύτερη. Που κτίζουν τα όνειρά τους ταπεινά, δίχως την ασφάλεια διαθέσιμων γονεϊκών κονδυλίων για φροντιστήρια, μεταπτυχιακά, αυτοκίνητα, lap tops και κινητά τελευταίας γενιάς. Που μπορούν να απολαμβάνουν την μετακίνησή τους με λεωφορείο, χωρίς να φθονούν αυτό που δεν μπορούν να έχουν. Για εκείνα τα παιδιά που αγωνίζονται προκειμένου να κάνουν την ζωή τους καλύτερη, αλλά, εκτιμούν και απολαμβάνουν, ό,τι αυτή τη στιγμή έχουν, χωρίς να υποκύπτουν στην ευκολία γκρίνιας και της στείρας άρνησης· δεν αποδέχονται τον μηδενισμό των πάντων και ξέρουν ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια νικά την πείνα και τις δυσκολίες. Που αντιστέκονται δημιουργώντας και όχι ξεσπώντας το αδιέξοδο μίσος τους πάνω σε κάθε τι και σε κάθε έναν, μη επιτρέποντας στο αίμα τους να γεράσει αναίτια.
            Εκείνη την ημέρα ήμουν βυθισμένος σε μελαγχολικές σκέψεις, σκεπτόμενος τα καθημερινά αδιέξοδα των μειώσεων του μισθού μου, της ανεργίας μου, την υστερία και την ανασφάλεια γύρω μου, τις αποτυχίες μου, το γεγονός ότι στις μέρες μας τα ιδανικά έγιναν πέτρες και αντί να βοηθούν να ανέβεις, σε καταποντίζουν ταχύτερα· ακόμη και τα συναισθηματικά μου αδιέξοδα ή και το μέλλον της κεντροαριστεράς. Ναι, ήταν μια δύσκολη μέρα.
            Είχε όμως το καλύτερο δυνατό τέλος. Ό,τι πιο αισιόδοξο μπορούσε να τύχει. Παιδιά, δεν γνωριζόμαστε (θα ήθελα πολύ να σας γνωρίσω, πάντως), αλλά σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ, γιατί μου δείξατε ότι υπάρχουν ακόμη παιδιά που μπορούν να μετράνε τ’ άστρα…
Αθήνα 10 Απρίλη 2012

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012


Αναστοχασμοί εν όψει εκλογών


Οσονούπω, θα γίνει και η επίσημη ανακοίνωση της ημερομηνίας των «πολυπόθητων» εκλογών. Θα είναι οι πρώτες, μετά την μεταπολίτευση, που θα διενεργηθούν όπως όλα μέχρι στιγμής δείχνουν, δίχως «ταρατατζούμ» και φανφάρες, δίχως κομπασμούς και πλαστικές σημαίες. Σεμνά και ταπεινά. Για το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών, αλλά, ιδιαίτερα για τα δύο μεγάλα κόμματα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία προκειμένου, να αντιληφθεί κανείς ότι είναι κάτι παραπάνω από κρίσιμη, είναι ψήφος επιβίωσης.
    Μια σύντομη επισκόπηση των δεδομένων θα αποκαλύψει μια Νέα Δημοκρατία να έχει αέρα πρωτιάς, αλλά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις δεν επιτυγχάνει αυτοδυναμία, ενώ, η αφελής συμπεριφορά προ και μετά συμμετοχής της στο κυβερνητικό σχήμα, εμφανίζεται να στρέφει σημαντικό όγκο των ψηφοφόρων της προς το νεοπαγές κόμμα των «Ανεξαρτήτων Ελλήνων».  Από την άλλη το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να ορθοποδήσει, υπόθεση όχι εύκολη καθώς, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνον την οργή των αγανακτισμένων και μη πολιτών, σχετικά με την όλη πρακτική της κυβερνητικής περιόδου 2009-2011, αλλά, μέλει να δώσει αυτή τη μάχη με τον κομματικό μηχανισμό σε κατάσταση διάλυσης που αγγίζει τα όρια της ανυπαρξίας από την κάκιστη διαχείριση της προηγούμενης περιόδου. Είναι, ήδη, ορατά στοιχεία ανάσχεσης στην πτωτική τροχιά και την διαρροή ψηφοφόρων, καθώς η εκλογή νέου Προέδρου απέδωσε στο πεδίο της συσπείρωσης. Είναι όμως αβέβαιο αν θα υπάρξει επαρκής χρόνος να θεραπευθούν ικανοποιητικά οι αδυναμίες, δεδομένου και του όλου πολιτικού κλίματος.
       Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε την στρατηγική των δύο αυτών κομμάτων –προς το παρόν νομίζω ότι τελούν υπό την επήρεια κάποιου ισχυρού shock-, τι είδους διλλήματα θα διατυπώσουν και τι θα θέσουν ως το «διακύβευμα» των εκλογών. Ίσως, αυτό να είναι λίγο-πολύ προβλέψιμο, αλλά, σε κάθε περίπτωση θα έχει ενδιαφέρον ακόμη και αυτή μόνη, η διατύπωση. Επίσης, ενδιαφέρουσα θα είναι και η αιτιολόγηση στάσης και πράξης καθ’ όλο αυτό το διάστημα, από την έλευση του ΔΝΤ και εντεύθεν.
       Όσον αφορά στην αριστερά, εκτός του ΚΚΕ, το οποίο, προστατεύουν οι στερεότυπες αντιλήψεις του, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΔΗΜΑΡ και το Κόμμα των Οικολόγων μπορεί να μην είναι αποδέκτες διαφόρων γαλακτοκομικών και τα στελέχη τους να μην υφίστανται κατά τις δημόσιες εμφανίσεις τους επιθέσεις αλαλαζόντων αγανακτισμένων (γιατί άραγε; Και αν η ΔΗΜΑΡ και οι Οικολόγοι είναι νεοπαγείς πολιτικοί σχηματισμοί, ο ΣΥΡΙΖΑ τμήμα του πολιτικού συστήματος δεν είναι επί 10ετίες;), αλλά ούτε για αυτά τα κόμματα τα πράγματα θα είναι εύκολα. Τούτο υποδηλοί το εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό αναποφάσιστων ή όσων επιλέγουν την αποχή.
      Το κόμμα των Οικολόγων, ενώ στα πρώτα στάδια της παρουσίας του κάτι πήγε να δείξει, στην συνέχεια όμως «έκατσε», ενδεχομένως εξ αιτίας της ιδιοτύπου αρθρώσεως του φορέα, όμως μπορούν να θεωρούν επιτυχία το γεγονός της δημοσκοπικής τους εικόνας, βάσει της οποίας διασφαλίζουν την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεχίζει να εμφανίζει την εικόνα παιδικής χαράς με επαναστατημένους θαμώνες, οι οποίοι, διασκέδαζαν με γιαουρτοπόλεμο μέχρι που κάποιοι ενήλικες τους έβαλαν την φωνή και ο χαβαλές μαζεύτηκε. Αλήθεια, τι εκτιμούν στην Κουμουνδούρου για την απόδοση της πρακτικής των … συνιστωσών, κατά την πρόσφατη περίοδο; Αισθάνονται ικανοποιημένοι που βρέθηκαν σε κοινό μέτωπο και δράση με τα παλικάρια του ανεκδιήγητου ζηλωτή του Αδόλφου; Και τώρα που εξ ανάγκης το μαζέψαμε το πράγμα κάπως, πώς θα διευρύνουμε την εκλογική μας βάση σύντροφοι; Από την άλλη, η ΔΗΜΑΡ, παρουσιάζεται πιο σοβαρή και συνεπής. Βέβαια, αρκετές φορές και σε κρίσιμες περιπτώσεις, αισθάνομαι πως αυτή η διάκριση οφείλεται στην σοβαρότητα και την μεγαλύτερη εμπιστοσύνη που εκπέμπει ο Φώτης Κουβέλης και καθόλου ή ελάχιστα στην ουσία της πολιτικής ή/και εκπεφρασμένης θέσης. Ομολογώ, ότι υπάρχουν στιγμές που δεν κατανοώ γιατί αυτή η ομάδα απεχώρησε από τον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ. Φυσικά η νοητική μου ικανότητα δεν υπερβαίνει τον μέσο όρο –αν δεν υπολείπεται κιόλας-, επομένως μου γεννούνται ερωτηματικά γιατί η ΔΗΜΑΡ δεν στήριξε την κυβέρνηση Παπαδήμου, έστω και αν δεν ήθελε να μετέχει και ποια ακριβώς είναι η διαφοροποίησή της από την θέση του ΣΥΝ. Αν αυτή η διάκριση, έγκειται και μόνον στο ύφος και πολιτισμό της διατύπωσης, είναι θετικό και αξιοσημείωτο στις μέρες μας, αλλά αρκεί; Επίσης δεν μπορώ να καταλάβω τι θα πράξει στην περίπτωση κατά την οποία θα κληθεί να συμμετάσχει ή να στηρίξει με ψήφο εμπιστοσύνης μια κυβέρνηση με την συμμετοχή δύο ή περισσοτέρων κομμάτων, εν όψει της ισχυρής πιθανότητας μη αυτοδυναμίας.
        Είναι, νομίζω, το λιγότερο αστειότητα από μιας πλευράς να εκτοξεύονται μύδροι και αναθέματα κατά του δικομματισμού και από την άλλη, όταν ερωτούνται αν θα συμμετάσχουν ή θα στηρίξουν μία κυβέρνηση με ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, να αποτάσσουν τον Σατανά της εξουσίας και συνεπώς την κυβερνητική ευθύνη; Καλό και ρομαντικό είναι να συγκινείται κανείς από την σκέψη πως «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη», αλλά μέχρι την εκπλήρωση της προφητείας, κάτι χρειάζεται να πράξουμε.
        Στους αντίποδες της αριστεράς, η κυβίσθηση, δείχνει να κοστίζει στον Πρόεδρο Γιώργο, ακόμη και την είσοδό του στο Κοινοβούλιο.  Μάταια καλεί σε ένοπλο αγώνα κατά των «λαθρομεταναστών», δεν φαίνεται να του βγαίνει. Η λαϊκιστική ακροδεξιά αντίληψη βρίσκει τον εκφραστή της στο πρόσωπο του «αναμάρτητου» Πάνου Καμένου (αρκεί και η επωνυμία του κόμματός του να οδηγήσει σε συμπεράσματα…).
        Μεταξύ μας, από ιδιοτελή χαιρεκακία θα ήθελα να υπήρχε χιούμορ και περιθώρια και να δώ να στηρίζεται μια κυβέρνηση Τσίπρα-Παπαρήγα-Κουβέλη-Καμμένου. Έτσι! Για να πεθάνει ο δικομματισμός!
        Πέραν όμως από υποθέσεις, αναλύσεις και κάθε αστεϊσμό, η ανανεωτική αριστερά, δεν πρέπει να χάσει και αυτό το στοίχημα, όπως π.χ., το 1989, όπου ενώ κατέρρεε παγκόσμια ο υπαρκτός σοσιαλισμός, στην Ελλάδα συνέπραττε στην δημιουργία κοινού φορέα με το Σταλινικό εκφραστή του, να μην θυμίσουμε και την συνέχεια…
        Το ερώτημα για εμάς τους πολίτες παραμένει: Θα πάμε να ψηφίσουμε και αν ναι, Τι και με ποια κριτήρια;
        Πάντοτε εκφράζοντας την δική μου και μόνο άποψη, πιστεύω ότι η σώφρων επιλογή δεν συζητά την εκδοχή της αποχής. Είναι αναγκαίο να κυριαρχήσω στην οργή και την αγανάκτησή μου. Ναι. Η πολιτική τάξη με απογοήτευσε, πρόδωσε την εμπιστοσύνη μου και σε κάποιες περιπτώσεις με εξαπάτησε. Προκειμένου να διατηρηθεί, ισοπέδωσε αξίες, απαξίωσε θεσμούς. Πρέπει, όμως, να είμαστε ειλικρινείς, πρώτα απ’ όλα με τους εαυτούς μας. Η πλειοψηφία μας αν δεν ήξερε, υποψιαζόταν έστω κάτι. Όλοι βολευτήκαμε στην αντίληψη ότι οι «πολιτικοί είναι ……ς και η πολιτική βρώμικη». Όμως, το μόνο που κερδίσαμε με την απουσία μας -εκτός του ότι κάποιοι είχαν στήσει τρελό πάρτι μαζί με τους πολιτικούς που έβριζαν και απαξίωναν-, ήταν να αφήσουμε ελεύθερο το πεδίο δράσης και την διαχείριση των «κοινών» είτε σε πραγματικά ηλιθίους είτε σε λαμόγια που αλώνιζαν, ενώ εμείς στην καλύτερη περίπτωση βολευόμασταν με έναν «διορισμούλη» ή κάτι ψιχουλάκια ή το καμάρι να μας χτυπάνε στην πλάτη δημόσια. Επίσης, συμφωνώ στην άποψη ότι τα κόμματα, σήμερα, δεν αποτελούν μία ελκυστική περίπτωση ενασχόλησης, καθώς δεν ανταποκρίνονται και δεν καλύπτουν ανάγκες μας, έχουν όπως άλλωστε και όλο το πολιτικό σύστημα, ελλείμματα δημοκρατίας, δεν ανταποκρίνονται στην ηθική μας και τις προσδοκίες μας. Όμως, έχουμε αποφασίσει ότι θέλουμε να ζούμε σε μια Δημοκρατική Πολιτεία. Τα κόμματα είναι θεσμός απαραίτητος για αυτό. Αν είναι απαξιωμένα, πρέπει να αναλογισθούμε ότι τους θεσμούς τους διαχειρίζονται άνθρωποι, τους οποίους εμείς επιλέγουμε και εκείνοι ευθύνονται για την ενδεχόμενη απαξίωσή τους ή κακή λειτουργία. Επίσης, όμως, πρέπει να συγκρατούμε ότι οι θεσμοί, δεν απαξιώνονται μόνο από εκείνους που τους διαχειρίζονται, αλλά και από εκείνους που απουσιάζουν και δεν ελέγχουν, ως όφειλαν ή ανέχονταν, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ιδιοτέλειά τους.
         Αφού βρεθώ λοιπόν στην κάλπη, επόμενο ερώτημα είναι η επιλογή πολιτικού κόμματος. Έχω την αίσθηση ότι αν η επιλογή μας έχει ως κριτήριο το δίλλημα μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί, ούτε άκρη θα βγάλουμε, ούτε η επόμενη ημέρα θα μας δικαιώσει. Όπως δεν μας δικαίωσαν οι προηγούμενες δύο εκλογικές αναμετρήσεις.  Η αρνητική ψήφος, μπορεί προς στιγμήν να εκτονώνει, αλλά, μάλλον, περισσότερα και μεγαλύτερα δεινά επιφέρει.
        Προφανώς και θα επιλέξω με βάση την ιδεολογική μου θεώρηση και τοποθέτηση. Η άποψη πως οι ιδεολογίες έχουν τελειώσει με βρίσκει απολύτως αντίθετο. Οι ιδέες πεθαίνουν όταν οι άνθρωποι πάψουν να πιστεύουν. Αντιθέτως, η αποϊδεολογικοποίηση των πολιτικών σχηματισμών, χάριν ευκαιριακών εκλογικών κερδών είναι το πρόβλημα. Το βασικό κριτήριο κατά την δική μου πάντα, κρίση, θα είναι η διατύπωση ουσιαστικής, σοβαρής αναπτυξιακής πρότασης, όχι γενικόλογης και αόριστης υπό τύπον ευχολογίου ή συνθήματος, αλλά που θα συνοδεύεται από ένα επεξεργασμένο και συγκεκριμένο σχέδιο ανάπτυξης και θεραπείας θεσμικών οργάνων και θεσμών.
          Είμαι πρόθυμος, ανιδιοτελώς, να υποβληθώ σε κάθε θυσία, αρκεί να πειστώ για την αλήθεια της πρότασης και τις προοπτικές που αυτή θα έχει.