Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η Πρόκληση για ένα νέο Διοικητικό Σύστημα (Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Μεταρρύθμιση")


Η Πρόκληση για ένα νέο Διοικητικό Σύστημα

 Το Διοικητικό Σύστημα της χώρας αποτελεί ζωτικής σημασίας τομέα, επί του οποίου απαιτείται να υπάρξουν παρεμβάσεις, σε επίπεδο ριζοσπαστικών αλλαγών. Τα σημερινά δεδομένα ανέδειξαν, όχι μόνον, την αδυναμία ενός σκουριασμένου, δύσκαμπτου και αναχρονιστικού εργαλείου να συμβάλει στην  προσπάθεια της χώρας, αλλά ακόμη περισσότερο το καθιστούν τον ισχυρότερο αντίπαλο σε κάθε επιχείρηση υπέρβασης της κρίσης και των αδιεξόδων. Από μιας αρχής, πρέπει να ειπωθεί, το Ελληνικό Κράτος έχει αποδειχθεί αναποτελεσματικό και ανίσχυρο να λειτουργήσει δημιουργικά στην συνθήκη κρίσεως, αλλά και να ανταποκριθεί στο ελάχιστο στην βασική αποστολή του, να επιλύει, δηλαδή, προβλήματα των πολιτών ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες.
Σε καμία περίπτωση δεν συντάσσομαι με εκείνους οι οποίοι θεωρούν το Κράτος και την παρέμβασή του επί παντός πανάκεια ή θεωρούν κάθε επιθυμία τους υποχρέωσή του. Όμως, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι ζούμε σε μία χώρα όπου η Κεντρική Κυβέρνηση έχει πάνω από 20.000 (!) αρμοδιότητες, μια γραφειοκρατία η οποία απεδείχθη αποτρεπτική για κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης. Η συναρμοδιότητα, πάγια μάστιγα, επιδεινώνει τα πράγματα ακόμη περισσότερο. Δεν φαντάζομαι να υπάρχει άλλο υπόδειγμα Κράτους στον κόσμο όπου ένα πάρκο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του β’ βαθμού αυτοδιοίκησης, ο δρόμος εμπρός από αυτό στην κεντρική κυβέρνηση και τα πεζοδρόμιά του στον δήμο! Φυσικά, η κατάσταση αυτή, δεν είναι αποτέλεσμα των τελευταίων ετών της κρίσης. Η κρίση, απλώς τα ανέδειξε, καθώς η «μηχανή» αποψιλώθηκε από κάθε δυνατότητα . . . ευελιξίας, προς την συγκάλυψη των αδυναμιών.
Ως Διοικητικό Σύστημα, εννοείται το σύνολο των θεσμών οι οποίοι προσδιορίζουν και συνθέτουν τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, το οργανόγραμμα και τον τρόπο οργάνωσης αυτών των λειτουργιών. Καθορίζει δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η Δημόσια Διοίκηση και το λειτουργικό περιβάλλον του Δημόσιου Τομέα. Πρέπει να συγκρατείται η διάκριση δημόσιας υπηρεσίας και δημόσιας Αρχής. Η διάκριση –σύμφωνα με το Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο-, αφορά στην αρμοδιότητα αποφάσεων (Υπουργοί, Γραμματείς Περιφέρειας κ.λπ.). Η Δημόσια Διοίκηση, έχει ως αποστολή την άσκηση εκτελεστικής και μόνον λειτουργίας του Κράτους.
Δεν είναι σκόπιμο να παραθέσω τις διαφορετικές απόψεις της νομικής επιστήμης, συναφείς με το περιεχόμενο των όρων «δημόσια διοίκηση», «δημόσιος τομέας», διοικητικό & δημόσιο δίκαιο κ.λπ. Προφανώς και είναι αντιληπτό εύκολα ότι στην διάρκεια της εξέλιξης από την φεουδαρχία στην αστική δημοκρατία, με αιχμή των αλλαγών την Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την διακυβέρνηση του Ναπολέοντα (Ναπολεόντειο Σύστημα) το περιεχόμενο και η ουσία των όρων αυτών μετεβλήθη αναλόγως.
Στην Ελλάδα, μόνιμο χαρακτηριστικό -παρά το γεγονός ότι κάποιες προσπάθειες είχαν διαφορετική πρόθεση-, υπήρξε η εμμονή σε ένα συγκεντρωτικό και  περιοριστικό χαρακτήρα απέναντι σε κάθε προοπτική αποκέντρωσης ή διάχυσης της εξουσίας, παρά την αντίθετη διεθνή εμπειρία. Η Ευρωπαϊκή αντίληψη για την σύγχρονη κρατική οργάνωση, απέσυρε ή εξέλισσε σε βαθμό επαναστατικών αλλαγών το σύστημα που κληρονόμησε η Γαλλική Επανάσταση και ο Βοναπάρτης, ακολουθώντας πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης. Στην χώρα μας, βασικός ανασταλτικός παράγοντας για κάθε παρόμοια αλλαγή ήταν η ύπαρξη ενός συγκεντρωτικού –στα όρια του αυταρχισμού- Κράτους, πλαίσιο εντός του οποίου οι πελατειακές σχέσεις ήταν απείρως πιο εύκολο να δομηθούν και συνεπώς η επιβίωση της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, καθίστατο ευχερέστερη.
Προφανώς αυτή η διαδικασία, στο πέρασμα των χρόνων, λειτούργησε σωρευτικά και έχει σε μεγάλο βαθμό συμβάλει όχι μόνον στην δημιουργία και έκρηξη της σημερινής κρίσης, αλλά και στις δυσκολίες και αδιέξοδα που παρουσιάζονται στην προοπτική απαγκίστρωσης.
Υπάρχουν πολλά που πρέπει και θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης σχετικά με το θέμα, αλλά στο παρόν κείμενο θα επιλέξω να ασχοληθώ με το πεδίο της Αυτοδιοίκησης. Ένα πεδίο, το οποίο, έχει αποτελέσει κατά περιόδους επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης και εξαγγελιών περί διευρύνσεως της Δημοκρατίας κ.λπ. ‘Όμως, τουλάχιστον στην μεταπολιτευτική περίοδο, παρά τις ενδεχόμενες καλές προθέσεις δεν υπήρξε μία ουσιαστική αποκεντρωτική πολιτική. Αυτή, η πολιτική δηλαδή αποκέντρωσης, μόνο συγκρινόμενη με την προηγούμενη εσωτερική κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως πρόοδος. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνεται με την διοικητική οργάνωση αντιστοίχων Ευρωπαϊκών Κρατών (ακόμη και η ίδια η μητέρα του συστήματος, η Γαλλία, το έχει προ καιρού αντικαταστήσει).
Συνοπτικά, η διαδρομή στην εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου της αυτοδιοίκησης έχει ως εξής: Την 27η Δεκεμβρίου 1833, κατατίθεται ο νόμος για την διοικητική διαίρεση του νέου ελληνικού κράτους και ορίζει τους δήμους και τις κοινότητες καθώς και το πλαίσιο που διέπει την λειτουργία τους. Ως ελάχιστη διοικητική μονάδα ορίζεται ο Δήμος. Οι δήμοι της χώρας διακρίνονται αναλόγως του αριθμού του πληθυσμού εντός των ορίων τους σε α’ (άνω των 10.000 κατοίκων)– β’ (άνω των 2.000 κατοίκων)και γ’ τάξεως (μέχρις 2.000 κατοίκους).
Το σύστημα αυτό, ήταν Γαλλικής προελεύσεως και εφαρμόσθηκε από την Βαυαρική Αντιβασιλεία (Μάουερ). Διαιρούσε την χώρα σε διοικητικές περιφέρειες υπό την ανεξέλεγκτη εξουσία του Κέντρου και δεν συνυπολόγιζε την αυτοδιοικητική εμπειρία της κοινότητας και της αυτονομίας που είχε στην διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, κάτι που είχε διατηρηθεί και από την Οθωμανική Διοίκηση, αλλά, ακόμη και προηγουμένως στις περιοχές που διατηρούσαν υπό τον έλεγχό τους οι Φράγκοι ηγεμόνες ή οι Ενετοί. Δηλαδή, η προσπάθεια αυτή διοργάνωσης της διοικήσεως του νέου Κράτους, δεν έλαβε υπ’ όψιν δοκιμασμένους στον χρόνο θεσμούς. Επίσης, για τους δημάρχους στους δήμους α’ & β’ τάξεως, την τελική ευθύνη ορισμού τους είχε ο βασιλέας (αντικαταστάθηκε στις μέρες μας από το κομματικό χρίσμα), όπως περιγράφει και ο Θ. Αγγελόπουλος «ο βασιλέας θέλει κινεί ιδίω δακτύλω και αυτόν τον ελάχιστον τροχόν της διοικητικής μηχανής»[1]. Εξ αυτού και μόνον, δηλαδή, εκ της παραλήψεως και αδιαφορίας των κεκτημένων της τότε ελληνικής κοινωνίας, επιχειρήθηκε η εφαρμογή ενός τεχνητού, επιπόλαιου και ανελεύθερου συστήματος, όπως το χαρακτηρίζουν οι μελετητές της περιόδου εκείνης.
Η πρώτη σημαντική προσπάθεια εκσυγχρονισμού του διοικητικού συστήματος και της θεσμικής προσαρμογής της τοπικής αυτοδιοίκησης, πραγματοποιήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον Ν. ΔΝΖ’/1912. Η σημασία που εδίδετο από τον Βενιζέλο στο θέμα της αυτοδιοίκησης, γίνεται φανερή από την προεκλογική ομιλία του στην Λάρισα τον Νοέμβριο του 1911: «[…]Η κυβέρνησις της ανορθώσεως θέλει επιδιώξει συγχρόνως την εξυγίανση της διοικήσεως, δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως. […]Η κοινότης, αυτός ο αληθής οργανισμός, καλώς οργανούμενος θέλει αναλάβει τα έργα των δήμων […] παιδαγωγών τον λαόν εις την κρίσιν των ελευθέρων θεσμών [..]» Είναι προφανής η σύγχρονη, προοπτική προσέγγισή του αλλά και γίνεται ορατή η σημασία και η θετική απήχηση που είχε ο θεσμός στην ελληνική κοινωνία. Δεν ήταν θέμα μεγέθους διοικητικής μονάδας. Η έννοια του όρου «κοινότητα», αποτελούσε ευθεία αναφορά στην δυνατότητα μιας τοπικής κοινωνίας να επιλύει και να αποφασίζει μόνη για τα ζητήματά της, όπως π.χ. η περίφημη κοινότητα Αμπελακίων, αλλά και άλλες που ήκμασαν και παρήγαγαν πλούτο, έξω από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας, όποια και αν ήταν αυτή. Με το Σύνταγμα του 1927 θεσμοθετείτο και η οικονομική αυτοδυναμία των ΟΤΑ, κάτι που στην πορεία του χρόνου και των εξελίξεων ανακλήθηκε και η επόμενη πρωτοβουλία εκσυγχρονισμού του θεσμού, πραγματοποιείται το 1952. Στο Σύνταγμα του 1954 δεν τίθεται ζήτημα για την οικονομική αυτοδυναμία των αυτοδιοικητικών μονάδων, με ουσιαστική κατάληξη, η διοίκηση από τους ΟΤΑ να ασκείται στα όρια της βουλήσεως της κεντρικής διοίκησης. Επόμενη παρέμβαση επιχειρείται το 1975 και μετά το 1982.
Οι παρεμβάσεις αυτές, δίχως αμφιβολία, προσέδιδαν πιο δημοκρατικό χαρακτήρα, αλλά, πιθανότατα, λόγω της προηγούμενης ανώμαλης περιόδου διακυβέρνησης, δεν τόλμησε η μεταπολιτευτική, νέα πολιτική τάξη την ριζοσπαστική αλλαγή. Ομοίως και οι θεσμικές αλλαγές που επακολούθησαν, δεν τόλμησαν να προχωρήσουν σε μια ουσιαστική και ριζοσπαστική πολιτική αποκέντρωσης.
Ο αριθμός των 5710 κοινοτήτων και 299 δήμων μειώθηκε σε 300 μετά την εφαρμογή των σχεδίων Καποδίστριας και Καλλικράτης. Δυστυχώς, κατά την εφαρμογή των σχεδίων αυτών, το θέμα του διαρθρωτικού προβλήματος του μεγάλου αριθμού ΟΤΑ αντιμετωπίσθηκε με την απλή «συγκόλληση» κοινοτήτων ή κάποιων δήμων σε άλλους, ενώ, παραμένει το πρόβλημα άνισης κατανομής πληθυσμού, κυρίως, λόγω του υπερπληθυσμού των αστικών κέντρων. Αυτό, όμως, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε πραγματικές λύσεις αναπτυξιακής προοπτικής, καθώς για λόγους ακατανόητους –τουλάχιστον, όσον με αφορά-, δεν αποτολμήθηκε ο αναγκαίος επανασχεδιασμός των διοικητικών μονάδων ή έστω μέρους αυτών, με σύγχρονα αναπτυξιακά κριτήρια και αντίστοιχη κατανομή πόρων. Προφανώς, η σκοπιμότητα διατηρήσεως του τελικού ελέγχου από την κεντρική κυβέρνηση επικράτησε και επομένως, δεν κρίθηκε απαραίτητο κάτι τέτοιο. Ακόμη και αυτός ο πρόσφατος νόμος για την Αποκεντρωμένη Διοίκηση («Καλλικράτης»), αν και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι δίδει μεγαλύτερο εύρος αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων, δεν κινείται σε τροχιά πραγματικής αποκέντρωσης, αφού ο τελικός έλεγχος διατηρείται από την Κεντρική Κυβέρνηση και τον αρμόδιο Υπουργό.
Εφ’ όσον όλοι σήμερα συζητούν, με όποιον τρόπο και αν το κάνουν, την ανάγκη αλλαγής παραγωγικού μοντέλου στην χώρα, δεν είναι αυτονόητη η αναγκαιότητα αλλαγής του διοικητικού συστήματος; Με ποιο εργαλείο και αντίληψη θα προχωρήσουν αυτές οι αλλαγές; Λιγότερο Κράτος, δεν σημαίνει μόνον μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα, ούτε μόνον περιστολή δαπανών μέσω μειώσεως αποδοχών και οργανισμών. Λιγότερο Κράτος, πρωτίστως συνεπάγεται την αποκέντρωση της εξουσίας και τούτο, προκειμένου να έχει περιεχόμενο και ουσία προϋποθέτει και την πραγματική οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ.
Συγκεκριμένα, ένας Οργανισμός Αυτοδιοίκησης σε ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να ασκεί πρωτογενώς εξουσία και όχι απλά, να διαχειρίζεται τις αποφάσεις της κεντρικής κυβέρνησης. Να λαμβάνει και διαμορφώνει αποφάσεις για τα πράγματα εντός της περιοχής ευθύνης του. Επίσης, πρέπει να έχει πλήρη ελευθερία και δυνατότητα καθορισμού της διαρθρώσεώς τους και όχι να διαχειρίζεται και μόνον τους οικονομικούς πόρους ή να διαμορφώνει απλά το ύψος τους. Οι επιλογές σε αυτά τα ερωτήματα διαμορφώνονται προδήλως, από την απάντηση στο τι είδους, τι χαρακτήρα ΟΤΑ θέλουμε να έχουμε στο πλαίσιο της διοίκησης. Εάν επιλέγουμε δηλαδή, μια Αυτοδιοίκηση η οποία θα είναι διαχειριστής των κρατικών λειτουργιών ή αυτοτελής, πολιτική και διοικητική μονάδα.
Μία αυτοτελής διοικητική μονάδα, πρέπει να έχει ευθύνη για την κατανομή παραγωγικών πόρων, να συμβάλλει ουσιαστικά στην αναδιανομή του εισοδήματος και ο ρόλος της στην άσκηση εθνικής σταθεροποιητικής πολιτικής να είναι ίσης βαρύτητας, τουλάχιστον, με εκείνον της κεντρικής κυβέρνησης. Πιο αναλυτικά, στο πλαίσιο της προηγούμενης αναφοράς, εάν η απάντηση είναι η επιλογή αυτοτελούς χαρακτήρα για τους ΟΤΑ, τότε είναι ευνόητη η μεταφορά αρμοδιοτήτων στους παρακάτω τομείς:
Αστυνόμευσης: δεν είναι προτιμότερη και πιο λειτουργική, η υπαγωγή των τοπικών αστυνομικών τμημάτων Τάξης υπό την διοίκηση του κάθε δήμου ή της επόμενης διοικητικής μονάδας; Η αποτελεσματικότητα, η σχέση πολίτη-αστυνομικών αρχών και ο έλεγχος θα είναι καλύτερος και αμεσότερος.
Υγείας: Ο πρώτος βαθμός περίθαλψης και παροχής υπηρεσιών υγείας είναι απείρως παραγωγικό να οργανώνεται και να αποτελεί αρμοδιότητα και ευθύνη των ΟΤΑ. Έχει ενδαφέρον δε, η περίπτωση όπου και υγειονομικές μονάδες 2ου βαθμού  να ανήκουν στην αρμοδιότητα της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης. Το Κράτος, πρέπει να έχει συμμετοχή στον επιτελικό σχεδιασμό, αλλά η ευθύνη, η διαχείριση, η οργάνωση και η λειτουργία πρέπει να περάσει εξ ολοκλήρου στην αυτοδιοίκηση.
Εκπαίδευσης: Οι δήμοι ή οι Περιφέρειες, σε συνεργασία -εντός προβλεπομένων και καθορισμένων θεσμικών πλαισίων-, με την εκπαιδευτική κοινότητα (καθηγητές, γονείς), μπορούν και θα πρέπει να αναλάβουν την αρμοδιότητα κατάρτισης του εκπαιδευτικού προγράμματος της πόλης ή της Περιφέρειας, με βάση τον Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό για την εκπαίδευση που θα διαμορφώνεται από το αρμόδιο  Υπουργείο. Ευνόητο είναι ότι αυτό συνεπάγεται και αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στην Γ΄βάθμια εκπαίδευση. Επίσης, ενώσεις ΟΤΑ, δεν θα ήταν κακό να μπορούν σε συνεργασία με άλλους φορείς να ιδρύουν εκπαιδευτικά ιδρύματα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, τα οποία όμως θεωρώ ότι πρέπει να υπάγονται στην αρμοδιότητα της κεντρικής κυβέρνησης.
Συγκοινωνιών: αν θεωρηθεί επί παραδείγματι, ότι το metro είναι υπερτοπικό μέσο και αποτελεί αποτέλεσμα κεντρικού σχεδιασμού, τότε, γιατί οι Δήμοι ή ενώσεις όμορων δήμων δεν μπορούν να σχεδιάσουν την εσωτερική μετακίνηση, των δημοτών τους καλύτερα και πιο αποτελεσματικά από έναν οργανισμό όπως ο σημερινός;
Δικαιοσύνη: η δημιουργία συστήματος υπαγωγής των πρώτων βαθμών απονομής Δικαίου, στους ΟΤΑ, είναι ένα σημείο που πρέπει να εξετασθεί σοβαρά.
Η ουσιαστική και διεξοδική μελέτη της εμπειρίας και του θεσμικού πλαισίου των Ευρωπαϊκών ή και άλλων, Κρατών (Σκανδιναβία, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο κ.ά.), είναι απολύτως χρήσιμη.
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής, έχει ως προϋπόθεση την διαθεσιμότητα πόρων, αναλόγως των επιτοπίων αναγκών και συνεπώς, οδηγεί στην δυνατότητα φορολογικής εξουσίας, με τον απαιτούμενο σχεδιασμό των μεταβατικών σταδίων. Δεν χρειάζεται, φυσικά, να ειπωθεί ότι οι φόροι που θα αποδίδονται στην αυτοδιοίκηση, δεν θα αποτελούν έσοδα του κράτους, ούτε θα επιβαρύνουν την φορολόγηση των πολιτών, καθώς θα αφαιρεθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό το βάρος των επιχορηγήσεων και οικονομικών παροχών προς τους ΟΤΑ (ΣΑΤΑ κ.λπ.)και οι ανάγκες χρηματοδοτήσεως των υπηρεσιών που αυτοί θα έχουν υπό την ευθύνη τους. Η κεντρική κυβέρνηση θα πρέπει να έχει εποπτικό ρόλο –ως προς την διαφάνεια και την τήρηση του θεσμικού πλαισίου- και ρόλο τελικής διαμόρφωσης του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού καθώς και την πλήρη ευθύνη για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας, της Άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής. Επίσης δεν αποκλείεται η ύπαρξη δομών σε Εθνικό επίπεδο, για ζητήματα που υπερβαίνουν την τοπική-περιφερειακή εμβέλεια. Αυτές θα είναι πολύ περιορισμένου όγκου και θα μπορούν να παρεμβαίνουν μετά από απόφαση αρμόδιας Αρχής σε περιπτώσεις που κρίνεται ότι συντρέχουν Εθνικοί λόγοι.
Για την επιτυχή υλοποίηση ενός τέτοιου μοντέλου διοίκησης, είναι πρόδηλη η ανάγκη:
-   Σχεδιασμού ενός απλού μηχανισμού οικονομικής διοικήσεως των ΟΤΑ, με πλήρες και χωρίς επικαλύψεις πλαίσιο αρμοδιοτήτων (αποφυγή αλληλεπικαλύψεων). Αυτός ο μηχανισμός πρέπει, ευνοήτως, να είναι συμβατός με εκείνον της κεντρικής διοικήσεως.
-   Σταδιακής μετάβασης προς την οικονομική αυτοδυναμία, με κλιμακούμενη μείωση των κρατικών πόρων προς τους ΟΤΑ, μέχρι την τελική κατάργησή τους, μετά από την πλήρη ανάπτυξη των οικονομικών δυνατοτήτων των οργανισμών αυτοδιοίκησης. Είναι αυτονόητη η εξομάλυνση των ανισοτήτων μεταξύ των ΟΤΑ, προκειμένου να διασφαλίζεται ένα ελάχιστο κοινό επίπεδο στην παροχή υπηρεσιών.
Ανακύπτει το ερώτημα, αν η άσκηση φορολογικής εξουσίας από τους ΟΤΑ θα δρομολογήσει θετικές εξελίξεις στην όλη διαδικασία την ανάπτυξης και εφαρμογής ορθολογικού πλαισίου στην λειτουργία της χώρας. Πολλοί θα προβάλουν και ίσως δικαιολογημένες, αντιρρήσεις και επιφυλάξεις, σχετικά με την δυνατότητα των ΟΤΑ να διαχειρισθούν αυτή την νέα πραγματικότητα. Πρέπει να αποφύγουμε αυτό το δίλημμα. Τα οφέλη από μια τέτοια εξέλιξη θα είναι πολλαπλά και απείρως θετικά.
Πρώτον, θα υπάρξει η δυνατότητα σχεδιασμού των δαπανών σε βάθος χρονικού ορίζοντα, καθώς, η βεβαιότητα των εσόδων θα είναι υπαρκτή και το μέγεθος προβλέψιμο.
Δεύτερον, μία τέτοια διοίκηση θα οδηγήσει σε πιο ορθολογική διαχείριση των δαπανών από τις τοπικές αρχές καθώς αυτές, θα βρεθούν προ των ευθυνών τους για ενδεχόμενη κακή διαχείριση ή σπατάλη που θα συνεπάγεται μεταβολές στην φορολογική πολιτική τους, μιας και οι κρατικοί πόροι θα εκλείπουν. Οι τοπικοί άρχοντες, δεν θα μπορούν πλέον να κρύβονται πίσω από την δικαιολογία «δεν μας δίνει χρήματα το κράτος», αλλά θ α υποχρεωθούν στην ανάληψη των ευθυνών του σχεδιασμού και των επιλογών τους..
Τρίτον, οι δημότες θα αναπτύξουν φορολογική συνείδηση, αφού θα έχουν πλήρη αντίληψη των δαπανών –καλύτερος και πιο ουσιαστικός κοινωνικός έλεγχος- και θα είναι αποδέκτες των έργων και υπηρεσιών των οποίων η αξία και αναγκαιότητα θα αποτιμάται άμεσα.
Τέταρτον, καθίσταται ευχερέστερη η διαδικασία είσπραξης των φόρων και δικαιότερο το φορολογικό σύστημα, καθώς, η τοπική φορολογική πολιτική θα έχει την ευελιξία να λαμβάνει υπ’ όψιν τις τοπικές συνθήκες και δυνατότητες. Παραλλήλως δε και ο έλεγχος θα είναι ευχερέστερος και η διαχείριση πιο παραγωγική. Φυσικά, θα περιόριζε και την φοροδιαφυγή, αφού όπως προανεφέρθη, η αποτίμηση των παροχών θα ήταν δυνατή σε άμεσο χρόνο. Τα όσα περιγράφονται ανωτέρω, μπορεί να υλοποιηθούν και να λειτουργήσουν με την διαμόρφωση των κατάλληλων διοικητικών δομών. Πρέπει να εξετασθεί και να υπάρξει:
1.Συγκρότηση Μητροπολιτικών Δήμων, τουλάχιστον, στα αστικά κέντρα
2.Λειτουργία συμβουλίων κοινοτικών διαμερισμάτων ως εισηγητικά, κανονιστικά όργανα, αλλά και ως θεσμοί ασκήσεως κοινωνικού ελέγχου σε παράλληλη επικοινωνία και διαβούλευση με άλλους θεσμικούς φορείς –π.χ., για θέματα εκπαίδευσης με την Δημοτική Επιτροπή Παιδείας.
3.Αλλαγή στα Δημοτικά Όργανα και τον τρόπο εκλογής τους:
α) Δήμαρχος & Αντιδήμαρχοι: εκλέγονται από παραταξιακό ψηφοδέλτιο και αποτελούν την εκτελεστική Αρχή του Δήμου.
β) Δημοτικό Συμβούλιο: εκλέγεται από ενιαίο ψηφοδέλτιο και από αυτό προέρχονται οι εντεταλμένοι Δημοτικοί Σύμβουλοι κατά τομέα. Έχουν αρμοδιότητες συναφείς με τα σημερινά Δ.Σ. και ελέγχουν το σχήμα της Διοίκησης στον τομέα τους. Ο αριθμός του ποικίλει από 5-15, αναλόγων το μέγεθος του Δήμου και τις άλλες πιθανά υπάρχουσες ιδιαιτερότητες της πόλεως.
Τα προεκτεθέντα, θα είναι περισσότερο λειτουργικά εάν συνδυασθούν με αλλαγές στο εκλογικό σύστημα (σμίκρυνση εκλογικών περιφερειών κ.λπ.)· παρεμβάσεις οι οποίες, δεν θα εστιάζουν στο αριθμητικό κριτήριο εκπροσώπησης (τόσοι εκπρόσωποι ανά χ αριθμό κατοίκων), αλλά στο ποιοτικό και λειτουργικό. Δεν ωφελούν σε τίποτε τα πολυπληθή και άνευ ουσιαστικών αρμοδιοτήτων και ρόλο δημοτικά συμβούλια ή εκπρόσωποι στο Εθνικό Κοινοβούλιο οι οποίοι δεν είναι ορατοί στο σώμα των πολιτών που τους επιλέγει.
Τέλος, ως επίλογο θέλω να πω ότι, οι σκέψεις και προτάσεις που παραθέτω στο κείμενο αυτό, αποτελούν ένα πλαίσιο προβληματισμού, ο οποίος προκύπτει αφ’ ενός από την εμπειρία μετά από την υπηρεσία μου στην αυτοδιοίκηση και την διεθνή διαδρομή μου. Η Αυτοδιοίκηση είναι ένα πεδίο άκρως προκλητικό για όποιον θέλει να ασχολείται με τα κοινά καθώς, η επαφή είναι άμεση, ανθρώπινη και υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις ο ασχολούμενος με αυτήν καθίσταται απολύτως παραγωγικός και χρήσιμος στους συμπολίτες του. Η Αυτοδιοίκηση, ακόμη και για την πιο μικρή κοινότητα, πρέπει να είναι ένα πεδίο δημιουργικής πολιτικής λειτουργίας και προσφοράς. Τα όρια σε αυτά δεν είναι άλλα, από την δυνατότητα της κοινωνίας και των λειτουργών της. Η συζήτηση είναι αναγκαίο να ανοίξει σε πλαίσιο προοδευτικής, αποκεντρωτικής και άρα αναπτυξιακής προοπτικής.



[1] Θ. Αγγελόπουλος, «Το δίκαιο των υπαλλήλων», Αθήνα, 1923

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Από την θανατική καταδίκη του Salman Rushdi, στην Βεγγάζη του 2012

 Από την θανατική καταδίκη του Salman Rushdi, στην Βεγγάζη του 2012

Οι εικόνες με τους Αμερικανούς Διπλωματικούς βορά στην αγέλη «προσβεβλημένων» μόνον φρίκη προκαλεί. Δεν ξέρω αν κάποιοι υπερασπισθούν το «πολιτισμικό» κεκτημένο αθλίων και ταυτοχρόνως, επικίνδυνα ηλιθίων φανατικών, που με πρόσχημα την «ευλάβεια» δολοφονούν με τον τρόπο αυτόν. Από μιας αρχής, να ξεκαθαρίσω ότι δεν θίγομαι ως οπαδός κάποιας συγκεκριμένης θρησκείας. Σέβομαι απολύτως το δικαίωμα, την ανάγκη κάθε ανθρώπου να θρησκεύεται. Με εξοργίζει όμως ο φανατισμός, είναι η προσπάθεια ορισμένων να επιβάλλουν το –κατά κρίση τους- Φως Αληθινό. Έχω την αντίληψη, ότι όσο πιο πραγματικά πιστός είναι κανείς και όσο πιο βαθειά γνωρίζει την αλήθεια της θρησκείας ή της ιδεολογίας του, τόσο πιο ανεκτικός είναι έναντι των άλλων, αλλά και αυτοσαρκάζεται. Επομένως, κάθε είδους αλαλάζοντες οπαδοί απωθούν. Οι άνθρωποι κρίνονται από άλλα χαρακτηριστικά: αυτό της εντιμότητας, του σεβασμού, της σεμνότητας, της ικανότητας και τέλος της προσπάθειάς που καταβάλλουν για την προσωπική τους καλλιέργεια και βελτίωση της προσωπικότητάς τους. Κάθε άλλη διάκριση είναι δείγμα πρωτογονισμού και φασιστική.
Αξίες όπως εκείνες της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και της ελευθερίας του λόγου, συνθέτουν το πολιτισμικό βάθρο της δημοκρατίας και του Δυτικού Πολιτισμού. Στον αντίποδα, ο φανατισμός (κάθε είδους), η μισαλλοδοξία, η αντίληψη για φυλετική ή θρησκευτική υπεροχή. Κάθε σοβαρός και σκεπτόμενος άνθρωπος έχει υποχρέωση να αντιδρά και να αντιτίθεται όπου συναντά τέτοιες αντιλήψεις. Αυτά, ως κατάθεση αρχών.
Όσον, αφορά στο περιστατικό της Βεγγάζης, έχω την αίσθηση ότι δεν πρέπει να εξετασθεί ως μεμονωμένο γεγονός ή ως απλή εκτράχυνση μαζών. Την τελευταία 8ετία-10ετία, παρατηρείται μια κλιμακούμενη κάμψη της σθεναρής στάσης, με την οποία η Ευρώπη αντιμετώπιζε παρόμοια περιστατικά, ενώ οι αντιδράσεις των μουσουλμάνων καθίστανται πιο βίαιες και οι κινητοποιήσεις τους αποκτούν μεγάλη έκταση. Η διαφοροποίηση αυτή γίνεται πλήρως ορατή αν εξετάσουμε δύο σημαντικά περιστατικά: της περιπτώσεως του συγγραφέα των «Σατανικών στίχων» και της έκδοσης κάποιω γελοιογραφιών του Μωάμεθ στην Δανία.
Αν ανατρέξουμε στην περίπτωση Salman Rushdi, θα δούμε ότι η  αναφορά του στον Προφήτη ήταν αν όχι μεγαλύτερης, τουλάχιστον ιδίας βαρύτητας με το πρόσφατο video. Ειρήσθω εν παρόδω, τα όσα απεικονίζονται σε αυτό δεν είναι πρώτη φορά που ακούγονται δημόσια. Ο ιερέας Zakhariya Potros, Κόπτης Αιγύπτιος που ζεί σήμερα στις ΗΠΑ, επανειλημμένως έχει κάνει στο τηλεοπτικό κανάλι που διαθέτει ταυτόσημες, σχετικές αναφορές. Ο ομόθρησκός του επίσης Αιγυπτιακής καταγωγής Αμερικανός πολίτης, απλώς τα εκδραμάτισε και ανήρτησε το προϊόν αυτό σε ένα δίκτυο πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας.
Ο Rushdi υπονόμευε ευθέως τα θεμέλια της μουσουλμανικής θρησκείας καθώς αποκαλούσε τον Μωάμεθ “Hound”. Η fatwa του Ayatollah Khomeini με την οποία ο Rushdi καταδικάστηκε σε θάνατο, είχε προσκρούσει στην υπεράσπιση του συγγραφέα από τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης -με πρώτη την τότε Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Margaret Thatcher- και από όλους τους Δυτικούς λογοτεχνικούς, ακαδημαϊκούς κύκλους. Τότε, καμία μαζική εκδήλωση βίαιης αντίδρασης δεν είχε σημειωθεί σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, αν και οι «Σατανικοί Στίχοι», είχαν εκδοθεί σε μεγάλο αριθμό Δυτικών χωρών, ενώ οι αντιδράσεις του ιερατείου της Τεχεράνης, θα έλεγε κανείς ότι λειτούργησαν και ως κίνητρο για την έκδοση του βιβλίου σε περισσότερες χώρες και αντίτυπα.
Επιπροσθέτως, από την Ευρωπαϊκή πλευρά είχε τεθεί ως προϋπόθεση της συνέχειας και προόδου του διαλόγου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Ιράν, η ανάκληση της θανατικής καταδίκης. Κανείς στην Δύση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί και να προτάξει δικαιολογίες περί «ατυχούς» εκφράσεως του συγγραφέα ή ότι η ενδεχομένη αμετροέπειά του βαρύνει τον ίδιο και όχι Κυβερνήσεις και πολίτες της Δύσης. Με λίγα λόγια, τότε, οι Δυτικοί φορείς, ως όφειλαν, ανέλαβαν πλήρως την ευθύνη της προστασίας του ελεύθερου λόγου και σκέψης, της ελεύθερης έκφρασης, ενώ πέραν κάποιων διαδηλώσεων στην Τεχεράνη και πολύ λίγα κέντρα του Ισλαμικού κόσμου, ουδεμία άλλη ταραχή ή κινητοποίηση υπήρξε.
Στην πορεία του χρόνου, όμως, η στάση και των δύο πλευρών μετεβλήθη. Η περίπτωση της δημοσίευσης από έντυπο στην Δανία γελοιογραφιών του Προφήτη, βρήκε στις μεν μουσουλμανικές χώρες, οργισμένα πλήθη να πραγματοποιούν μεγάλης έντασης διαδηλώσεις, επιθέσεις κατά Δυτικών Πρεσβειών και άλλων στόχων· οι δε Δυτικές Κυβερνήσεις ψέλλιζαν δικαιολογίες προς τους μουλάδες κάθε ισλαμικού μορφώματος. Ακόμη, υψηλόβαθμοι παράγοντες ανέλαβαν, ανά  τον κόσμο, αποστολή έκφρασης λύπης για το περιστατικό. Ο απολογητικός τόνος έφτανε μέχρι τα όρια υποβολής ευθείας δηλώσεως μετάνοιας (π.χ., δηλώσεις του Δανού Πρωθυπουργού). Προφανώς και το επαπειλούμενο μποϋκοτάζ των προϊόντων της Δανίας δεν ήταν εκείνη η αιτία που υπαγόρευσε την απολογητική διάθεση.
Αυτή η διαφορά στις αντιδράσεις και των δύο πλευρών (μουσουλμάνων και Δυτικών), αναδεικνύει την δραματική αλλαγή των παραμέτρων στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Έχει ενδιαφέρον να αναγνωρίσουμε ποιες είναι αυτές, ιδιαιτέρως όσοι παρακολουθούμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο  την πορεία του «διαλόγου των πολιτισμών», ο οποίος είναι μεν πολιτικά και ουσιαστικά ορθή πράξη, πρέπει όμως να λαμβάνει υπ’ όψιν και τα διαδραματιζόμενα in vivo.
Διαπιστώνεται, ότι οι λαϊκές μάζες στον μουσουλμανικό κόσμο, στο πέρασμα του χρόνου διαμόρφωσαν μια άκρως εχθρική διάθεση έναντι της Δύσης· στις μέρες μας, η παραμικρή αφορμή αποτελεί εύφορο έδαφος για επαπειλούμενη  Jihad και βίαιη δράση αναλαμβάνεται από απλούς πολίτες ταχύτατα και πρόθυμα. Επίσης, πρέπει να συγκρατείται ότι η επιβολή των δοξασιών, τις οποίες πρεσβεύουν, θεωρείται από πλευράς τους αυτονόητη και αυτή θα πραγματοποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο και μέσο, δίχως να λαμβάνεται υπ’ όψιν  η πολιτισμική οντότητα άλλων λαών. Παραλλήλως, η Δυτική κοινωνία, δείχνει να εκτιμά ως λίαν ρεαλιστική την απειλή της τρομοκρατικής δραστηριότητας (ήδη, η Μαδρίτη και το Λονδίνο υπήρξαν τα θέατρα τέτοιων αιματηρών επιχειρήσεων) και αντιδρά κατευναστικά σε κάθε περίπτωση ενδεχομένης «προσβολής» της θρησκευτικής ευαισθησίας των οπαδών του Ισλάμ. Εξ αυτού και η σπουδή απολογητικών εκφράσεων και δικαιολογιών σε κάθε παρόμοια περίπτωση, αντί να εγείρονται απαιτήσεις και αιτήματα αποζημιώσεων και δικαίωσης των θυμάτων, έναντι των βιαιοτήτων ή των μουσουλμανικών απειλών.
Βέβαια, τούτο, δεν σημαίνει πως όλοι οι μουσουλμάνοι είναι εν δυνάμει τρομοκράτες ή πως έχουν γενετήσια ροπή στην βία. Προφανώς πολιτικές είναι οι αιτίες, οι οποίες, οδήγησαν την εξέλιξη των πραγμάτων σε αυτή την κλιμακούμενη εχθρότητα, η οποία εκφράζεται ακόμη και με ωμή βία. Κατ’ αρχάς, είναι πρόδηλη η στροφή των μουσουλμανικών μαζών στην θρησκευτικότητα, ως αποτέλεσμα αφ’ ενός αισθημάτων απογοήτευσης από τις κυβερνήσεις των χωρών τους στην διαχείριση εσωτερικών  ζητημάτων και αφ’ ετέρου λόγω της μη επιθυμητής ή άδικης κατά την εκτίμησή τους, κατάληξης διεθνών υποθέσεών τους. Το Παλαιστινιακό ζήτημα είναι η αιχμή και η μόνιμη κύρια αιτία ή πρόσχημα αναταραχής στον Αραβικό κόσμο και προσδίδει νομιμοποίηση βιαίων δράσεων από όλους τους πιστούς του Ισλάμ ανά τον κόσμο. Ο συνδυασμός αυτών επιφέρει την τροπή σε σκληρή δογματική τροχιά, η οποία στην προέκτασή της επιβάλλει τον «σωφρονισμό» των απίστων και αμαρτωλών, όπου και αν αυτοί βρίσκονται!
Η fatwa του Ayatollah Khomeini στην περίπτωση του Rushdi, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως γραφικότητα ενός γενειοφόρου ιμάμη. Με την πράξη αυτή, ο Ιρανός θρησκευτικός ηγέτης έθετε εαυτόν επικεφαλής του παγκόσμιου Ισλάμ, σε όλη την Γη, ακόμη δηλαδή και έξω από τα γεωγραφικά όρια της dar Al-Islam (Γή του Ισλάμ). Τρείς μήνες μετά, ο Ιρανός ηγέτης πέθανε, αφήνοντας την εκτέλεση της πολιτικής του διαθήκης στους επιγόνους.
Έχει ενδιαφέρον να αναψηλαφήσουμε τα γεγονότα και να αναζητήσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα που προκαλεί η όλη αυτή πραγματικότητα, η οποία, δεν είναι ούτε αιφνίδια ούτε σημερινή. Κλιμακώθηκε από σειρά γεγονότων και εκατέρωθεν σφαλμάτων, σκοπιμότητες και επιλογές.  Το τελευταίο τέταρτο του 20ου αι. (τέλη 10ετίας ΄60 και την 10ετία του ΄70), αρχίζει να σχηματοποιείται η συγκρότηση και η άνοδος των ισλαμικών κινημάτων. Οι Nasser, Kaddafi κ.ά. Άραβες ηγέτες, παρά τον αρχικά εθνικό-εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα των επαναστάσεών τους, στήριξαν την εδραίωση των καθεστώτων τους στο Ισλάμ. Σε πρώτο χρόνο κυριάρχησε η εθνικοαπελευθερωτική ρητορεία, στην συνέχεια όμως, η σύγκρουση Παλαιστινίων και Αράβων συμμάχων τους με τους Ισραηλινούς στον πόλεμο του Yom Kippur και η ήττα δημιούργησε εύφορο έδαφος προκειμένου η σύγκρουση στην Παλαιστίνη και εν γένει η Αραβο-Ισραηλινή, να λάβει θρησκευτικό χαρακτήρα, γεγονός που επισημοποίησε η διακήρυξη της Intifada. Η αλόγιστη χρήση βίας από πλευράς Ισραηλινών –το ερώτημα είναι γιατί το Ισραήλ συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ, μπορεί να επιλέξει και άλλες μεθόδους και τακτική-, ενίσχυσε τους ακραίους των δύο πλευρών με τα γνωστά αποτελέσματα.
Το αρχικό shock των φιλελεύθερων δυτικών αλλά και μουσουλμάνων διανοουμένων, από την εμφάνιση του ισλαμικού κινήματος -εν δυνάμει προάγγελου ενός μεσαιωνικού φανατισμού ο οποίος κινείτο στα όρια του θρησκευτικού φασισμού-, προκάλεσε ενστικτωδώς αρνητική στάση. Στην εξέλιξη, η ύπαρξη λαϊκής βάσης, οδήγησε πρώτη την αριστερά στην Ευρώπη, να τα εξωραΐσει, επενδύοντάς τα με κοινωνικές αξίες και να αναζητήσει πολιτικό διάλογο, ενώ αρκετοί προσηλυτίστηκαν (π.χ., στην Γαλλία  αριθμός διανοουμένων όπως ο Garoddy, ακολούθησε το Ισλάμ, προβάλλοντας την άποψη ότι αυτό είναι μια θρησκεία που στρέφεται στην «κοινότητα»). Παραλλήλως και οι συντηρητικοί κύκλοι άρχισαν να αποκτούν πιο χαλαρή στάση έναντι των μουσουλμανικών κινημάτων, θεωρώντας ότι με τις διδαχές αφοσίωσης στον έναν θεό και την ηθική τάξη δεν διακυβεύονται ουσιαστικά συμφέροντά τους· επιπροσθέτως, εφ’ όσον το Ισλάμ σέβεται τις μονοθεϊστικές θρησκείες και βρίσκεται σε απόλυτη σύγκρουση με τον υλισμό, την αθεΐα και τον αγνωστικισμό, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ιδεολογικά, έναντι της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ και της αριστεράς στην Δύση. Η επιπόλαιη αυτή θεώρηση επέτρεψε την εκατέρωθεν ενίσχυση –και οικονομική- και ανάπτυξη του ισλαμικού κινήματος, το οποίο ήταν αναπόφευκτο να προσλάβει οικουμενικό χαρακτήρα. Αυτό ενισχύθηκε και από τον μεγάλο όγκο μουσουλμάνων μεταναστών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Την 10ετία του ΄80, υπάρχει ύφεση της δράσης των ισλαμικών ομάδων στην Ευρώπη και γενικά στην Δύση, καθώς το επίκεντρο έχει από το 1979 μεταφερθεί στα όρη του Αφγανιστάν με τον αγώνα των Taliban εναντίον των Σοβιετικών στρατευμάτων. Η νίκη των σπουδαστών της θεολογίας, επιτρέπει την ανάδειξη σε ήρωα και ηγέτη του Ισλάμ ενός Σαουδίτη πολυεκατομμυριούχου (αυτό-)εξόριστου πολεμιστή της Πίστης. Είναι η ώρα του Osama bin Laden. Η επόμενη 10ετία του ΄90, είναι η περίοδος αναγέννησης του Ισλαμικού κινήματος και η απαρχή οργανωμένης δράσης των μουσουλμανικών πυρήνων, δεκτικών στις παροτρύνσεις για Ιερό Πόλεμο, εντός του Ευρωπαϊκού χώρου, ο οποίος μετατρέπεται σε dar al-hambr, την μιαρή γη στην οποία η Jihad είναι αναγκαία. Η δράση αυτή κορυφώνεται από το 2000 και συνεχίζεται.
Είναι σκόπιμο να επισημάνουμε το γεγονός ότι οι τρομοκράτες που είχαν θρησκευτικές αναφορές την 10ετία του ΄90 είναι τελείως διαφορετικού προφίλ από εκείνους του 2000. Οι πρώτοι είναι χαμηλής κοινωνικής προέλευσης και μορφωτικού επιπέδου (εργάτες, μικροβιοτέχνες κ.λπ.) και ως μετανάστες ανήκουν σε κοινωνικές ομάδες κινούμενες στο περιθώριο των κοινωνιών υποδοχής. Οι δράστες τρομοκρατικών ενεργειών από το 2000 και εντεύθεν, έχουν υψηλό κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο, γνωρίζουν άριστα την γλώσσα και τις συνήθειες των κοινωνιών στις χώρες που ζουν, ενώ δεν συνηθίζουν να διατηρούν χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην μουσουλμανική κοινότητα. Αυτό συμβαίνει και εξ αιτίας του γεγονότος ότι ανήκουν στην πρώτη γενιά που γεννήθηκε, σπούδασε και κοινωνικοποιήθηκε στις χώρες υποδοχής.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης, το γεγονός ότι η πλέον σημαντική οργάνωση της σύγχρονης τρομοκρατίας, η Al-Qaeda (ανεξαρτήτως τι μπορεί κανείς να υποθέσει ως κίνητρο συγκρότησης και τελικού ελέγχου των δράσεών της), διατηρεί απολύτως συνωμοτικούς κανόνες,  οι οποίοι της αποστερούν την δυνατότητα επαφής με τις λαϊκές μάζες και παρ’ όλα αυτά έχει απήχηση και βρίσκει μιμητές σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναγνωρίσουμε την στρατηγική την οποία ακολούθησε ο Laden. Επέτυχε να δώσει στην διαδρομή του διάσταση, παρόμοια με εκείνη του Προφήτη. Εγκατέλειψε την διεφθαρμένη Σαουδική Αραβία (όπου ευρίσκεται η Ιερή πόλη της Μέκκα) και στην οποία προέβαλε ως υπερασπιστής της εμπορικής (αστικής) τάξης έναντι της καταπιεστικής και «αμερικανοκίνητης» μοναρχίας και όπως ο Μωάμεθ, πραγματοποίησε την δική του Εγίρα στα Αφγανικά όρη, μετά από μια περιήγηση στην Βαλκανική όπου δεν επέτυχε και πάραπολλά καθώς η Αλβανία και η Βοσνία δεν ενέδωσαν τελικά στην ισλαμοποίηση. Από εκεί, με την καθοδήγηση του «Allah» διεξήγαγε τον σύγχρονο Ιερό πόλεμο έναντι των απίστων. Όπως ο στρατός του Προφήτη συνέτριψε την δυναστεία των Σασσανιδών,   έτσι και ο νέος στρατός των Πιστών (αποτελούμενος από τις δυνάμεις των φοιτητών θεολογίας Taliban), συνέτριψε τις Σοβιετικές δυνάμεις, ενώ, κατέφερε καίριο πλήγμα στην καρδιά των διαδόχου του Βυζαντίου, ΗΠΑ, αφού κατερίφθη το «αήττητο» της αυτοκρατορίας με το 3πλό πλήγμα στα ζωτικά κέντρα της οικονομικής-εμπορικής ισχύος, της στρατιωτικής υπεροχής και της πολιτικής εξουσίας. Πρέπει να αξιολογηθείς και το ότι δεν ανέλαβε ευθέως ποτέ την ευθύνη των όποιων τρομοκρατικών ενεργειών, αποδίδοντάς τες στο θέλημα και την καθοδήγηση του Θεού.
Η μετέπειτα ροή των γεγονότων είναι γνωστή. Προσελκύει την προσοχή η διάρκεια της δράσης και της επιρροής που ακόμη και μετά τον θάνατο του ιδρυτή της ασκεί η οργάνωση αυτή καθώς έχει προκαλέσει την συγκρότηση και άλλων ομάδων συναφών σκοπών και θεωρήσεων, γεγονός που υποχρέωσε τις παραδοσιακές οργανώσεις Hezbollah και Mudzahedin, όταν δεν έχουν … επείγουσες ενασχολήσεις στον Λίβανο ή τις γειτονικές περιοχές του Ιράν, αντιστοίχως, να διασπείρουν την δραστηριότητά τους σε εδάφη εκτός Μ. Ανατολής.
Εύλογα είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν εξ αιτίας του γεγονότος ότι ένα «βιντεάκι» που παρήχθη από έναν πολίτη των ΗΠΑ προεκάλεσε την τόση σφοδρότητα επιθέσεων, όχι μόνον έναντι Αμερικανικών στόχων, αλλά και αναλόγων Ευρωπαϊκών και μάλιστα χωρών για τις οποίες δεν υφίστανται ουσιαστικοί λόγοι. Η Γερμανία, επί παραδείγματι, ούτε αποικίες είχε ποτέ, ειδικά στην Μ. Ανατολή, ούτε τον βασικό ρόλο παίζει στην διαχείριση Αραβικών υποθέσεων, ούτε στρατιωτικές πρωτοβουλίες ανέλαβε. Αντιθέτως στην περίπτωση της επεμβάσεως στο Ιράκ, είχε επιλέξει την οδό της ευθείας αντιθέσεως με την επέμβαση, ενώ, η Γερμανική πολιτική και Διπλωματία τήρησε σθεναρά, απολύτως αρνητική στάση έναντι της πολιτικής του Προέδρου Bush. Το μόνο, ίσως, που μπορεί να της καταλογισθεί είναι η συμμαχία και σύμπλευση με τον «Μικρό Σατανά» την Γαλλία. Επομένως, η επίθεση στην Γερμανική Πρεσβεία στο Khartum, δεν θα είχε νόημα, αν δεν την εξετάσουμε υπό την οπτική του περισπασμού. Σκοπός δηλαδή των δρώντων κατά των Ευρωπαϊκών στόχων –πλην ίσως των Βρετανικών-, είναι η συντήρηση των Ευρωπαϊκών φόβων και η υποχρέωση της ΕΕ σε αμυντική πολιτική, εξουδετερώνοντας ή ελαχιστοποιώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την δυνατότητα συνέργειας με τις ΗΠΑ (τον «Μεγάλο Σατανά») για ανάληψη οποιασδήποτε συντεταγμένης δράσης, εχθρικής, κατά την ερμηνεία των ισλαμικών κύκλων.
Η αναζήτηση λύσεως αποτροπής απαιτεί ψύχραιμη και ορθολογική προσέγγιση.  Φοβούμαι πως η απεμπλοκή από τον φαύλο κύκλο βίας και αιματηρών απωλειών, εκατέρωθεν, δεν είναι ούτε εύκολη ούτε και σύντομη, ειδικά καθόσον συντηρείται η χαίνουσα πληγή του Παλαιστινιακού ζητήματος. Το φαινόμενο βρίσκεται εν εξελίξει και ο σχεδιασμός των φανατικών και από τις δύο πλευρές ή/και άλλων συμφερόντων, δεν ορρωδεί εμπρός στο αίμα αθώων και στηρίζεται στην καλλιέργεια και την συντήρηση του φόβου…

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Η ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής είναι επιτακτική ανάγκη και βασική ευθύνη του προοδευτικού χώρου



Η ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής είναι επιτακτική ανάγκη και 
βασική ευθύνη του προοδευτικού χώρου

Οι εκτροπές των τελευταίων ημερών, με τα «τάγματα εφόδου» παρακρατικών ακραίων στοιχείων να ελαύνουν εναντίον κακομοίρηδων αλλοδαπών, δεν πρέπει να μας προξενούν έκπληξη. Τουλάχιστον όχι, στο μέγεθος που η υποκριτική μας προσέγγιση εμφανίζει. Δεν έχω καμία διάθεση να εμπλακώ σε μια συζήτηση η οποία ανακυκλώνει την ανοησία και αναμασά την μιζέρια. Είναι γνωστό και σε πολύ μεγάλο βαθμό αποδεκτό, το γεγονός ότι η ανεπάρκεια των πολιτικών ηγεσιών μέχρι σήμερα, επέτρεψε την εμφάνιση προβλημάτων στις διαστάσεις που αυτά έχουν λάβει. Ναι! Μέχρι σήμερα το κράτος δεν έκανε τίποτε σχεδόν. Σήμερα, όμως κάνει και θα κριθεί. Κανείς δεν δικαιούται να αυτοδικεί. Όσο για τον περίφημο πρόεδρο κάποιου σωματείου μικροπωλητών και των δηλώσεών του,  τι να σχολιάσω; Δικαιούται και αυτός τα 15 λεπτά δημοσιότητας, τα έλαβε, ας μαζευτεί τώρα όμως, γιατί αλλιώς, υπάρχει και εισαγγελέας (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, με εξέπληξε θετικά με την άμεση αντίδρασή του). Επίσης, να σημειώσω ότι θετική έκπληξη απετέλεσε για εμένα και η τοποθέτηση κομμάτων της αριστεράς, όπου εμφάνισαν μία ισορροπημένη θέση.
Το σημαντικό σημείο στην όλη υπόθεση, είναι η αποδοχή την οποία έχουν παρόμοιες ενέργειες, από μη αμελητέα μερίδα της κοινής γνώμης. Αντιλαμβάνομαι ότι ο μέσος πολίτης, βιώνοντας την έλλειψη ουσιαστικής και σοβαρής πολιτικής για την μετανάστευση, αν όχι ευθέως και ρητά, τουλάχιστον, υπομειδιά όταν κάποιοι, αυτόκλητοι προστάτες εμφανίζονται να παίρνουν το «αίμα του πίσω». Ενδεχομένως, κάποιοι, φωνασκούν επειδή βρίσκουν αφορμή να διαλάθουν της προσοχής και να συνεχίσουν τις «λαμογιές» τους, μικρές ή μεγάλες· οργίλοι κραυγάζουν: «στον Έλληνα κόβετε πρόστιμο; Οι ξένοι αλωνίζουν» λες και τα δύο αυτά –κάκιστα συμβαίνουν και τα δύο, συμψηφίζονται και η παρανομία του ενός νομιμοποιεί και δικαιώνει εκείνην του άλλου. Φυσικά, υπάρχει και το δεδομένο, ότι δημιουργούνται, πράγματι, προβλήματα που σχετίζονται με την παρουσία παρανόμων και άρα ανεξέλεγκτων αλλοδαπών. Το γεγονός είναι ότι οι πολίτες αρνούνται να εμπιστευτούν τους θεσμούς (αστυνομία, Κυβέρνηση, μηχανισμούς ελέγχου).
Η διανυομένη κρίση, δεν αντιλέγω, είναι η μεγαλύτερη και αγριότερη δυσχέρεια την οποία αντιμετώπισε η Ελληνική Πολιτεία, μετά τον Β΄ ΠΠ και τον εμφύλιο και δίκαια ή άδικα, οδήγησε την κοινωνία σε ψυχωτικές συμπεριφορές. Προφανώς και κάποιοι έχουν ευθύνη και για την κρίση και για την σημερινή κατάσταση της κοινωνίας, αλλά δεν είναι του παρόντος. Θα ήταν, επομένως, αναμενόμενο, από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, η κατάθεση προτάσεων εξόδου, με σαφή περιγραφή των βημάτων και της στρατηγικής. Αντ’ αυτού, διαπληκτίζονται ακόμη –αν και έχει παρέλθει χρόνος δύο ετών από την προσφυγή στις διεθνείς δομές-, σχετικά με το ποιος έχει την ευθύνη για την ολίσθησή μας σε αυτή την κατάσταση. Όσο αυτή η συζήτηση συντηρείται, οι ομάδες σαν την Χ.Α. θα κερδίζουν έδαφος.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβω ότι το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στην χαμένη αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Θεωρώ ότι υποχρέωση, ευθύνη και άμεση προτεραιότητα του προοδευτικού χώρου είναι η άμεση ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων που θα συμβάλλουν στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και επομένως, να τεθούν οι ακραίες αυτές πρακτικές στο περιθώριο.
Η κρίση, αναντίρρητα, επέφερε πτώση του βιοτικού επιπέδου, αδικεί και οδηγεί συμπολίτες μας στην απόγνωση. Φυσικά και η πολιτική τάξη έχει την μεγαλύτερη, καθοριστικής σημασίας ευθύνη, πλην, όμως όχι την αποκλειστικότητα. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι πολιτικοί είπαν ψέματα. Όμως, τι ήμασταν διατεθειμένοι να ακούσουμε. Μήπως εμείς δεν αφήσαμε την πολιτική λάφυρο στα χέρια κάποιων είτε ανεπαρκών είτε επιτήδειων; Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει η αρχή της επίπτωσης των συνεπειών που προκύπτουν από τις εκάστοτε επιλογές μας και της απορρέουσας από αυτές, τις επιλογές, ευθύνης. Οι αφορισμοί για το «σάπιο σύστημα», περιλαμβάνουν και τον καθένα μας προσωπικά. Η παρακμή δεν εξαιρεί κανέναν.
Η κρίση, όμως, δεν έχει μόνη εκδοχή την καταστροφή. Είναι ίσως μία χρήσιμη ευκαιρία να μπορέσουμε να αλλάξουμε αντιλήψεις, να αναθεωρήσουμε την προσέγγισή μας για τα σημαντικά ζητήματα και να θεραπεύσουμε κάποιες γενετήσιες παθογένειες της συγκρότησης της Πολιτείας μας. Αυτό είναι στοιχειώδης υποχρέωση του προοδευτικού χώρου.
Η πρόκληση σήμερα, εστιάζεται εξής καίρια σημεία: Πρώτον να αντιληφθούμε ότι το Δημόσιο Συμφέρον δεν αποτελεί άθροισμα των ιδιοτελών συμφερόντων της μιας ή της άλλης συντεχνίας ή ιδιωτικών συμφερόντων (τι άλλο σημαίνει η φράση «πελατειακές σχέσεις»). Δεν προέρχεται, δηλαδή, από κράση, αλλά από συναίρεση των επί μέρους συμφερόντων. Οφείλει να υπακούει στις διαμορφούμενες κοινωνικές προτεραιότητες και να οδηγεί στην συλλογική ευημερία. Η μέχρι σήμερα στρεβλή αντίληψη –στην διαμόρφωση της οποίας σημαντική ευθύνη φέρει και το ΠΑΣΟΚ, είναι καιρός να ανατραπεί. Να αντιμετωπίσουμε το Κράτος ως υπόθεση όλων μας. Δεν είναι ένας εχθρικός μηχανισμός καταστολής, δεν είναι λάφυρο υπαλλήλων, δεν πρέπει να είναι το πρότυπο επαγγελματικής αποκατάστασης.
Δεύτερον, να επανεξετάσουμε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των πολιτικών σχηματισμών και της εκλογικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα: Στην προσέγγιση λειτουργίας και στην πραγματική αλλαγή του ρόλου των πολιτικών κομμάτων. Δηλαδή, στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στα κόμματα, όχι πλέον με φραστικά πυροτεχνήματα και συνθήματα κενά περιεχομένου –τα οποία ως επί το πλείστον ήταν  σε πλήρη αντίθεση με την πρακτική-, αλλά, με την πραγματική δυνατότητά του να αναπτύσσει διεργασίες τέτοιες που συμβάλλουν στην επεξεργασία και την υλοποίηση πραγματικών λύσεων για τα προβλήματα. Επίσης θα καθιστούν συμμέτοχους τους πολίτες και παράλληλα θα συμβάλλουν παιδαγωγικά στην διαμόρφωση απόψεων και θέσεων. Με δύο λόγια, το διακύβευμα για το πολιτικό σύστημα και την επάνοδο στην νηφαλιότητα –όσο και αν αυτό μοιάζει πολύ μακρινό στις ταραγμένες ημέρες μας-, είναι η αποκατάσταση της νομιμοποίησής του.
Κρίσιμης σημασίας παράμετρος προς την κατεύθυνση αυτή, είναι η δημιουργία ενός νέου εκλογικού συστήματος, το οποίο θα θέτει σε νέα βάση την σχέση πολιτών-πολιτικών-πολιτικής. Απαίτηση είναι η δημιουργία ενός συστήματος που θα επιτρέπει την διαφανή και ουσιαστική αξιολόγηση του πολιτικού προσωπικού. Τούτο δεν μπορεί να συμβεί μέσα από το ισχύοντα εκλογικό νόμο και το εν γένει σύστημα. Εκείνοι που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών δεν πρέπει να αποτελούν προϊόν εργαστηρίου ή επιλογές των αρχηγών και των αυλικών του περιβάλλοντός τους.  Αυτό εξαντλεί την πολιτική ενέργεια προσώπων και θεσμών, σε εσωτερικά και αντιπαραγωγικά παιχνίδια. Η δημοκρατία στην λειτουργία των κομμάτων προϋποθέτει την πολιτική λειτουργία τους και την πολιτική διεργασία στο εσωτερικό τους. Η περίπτωση κατά την οποία απλώς, η μία παρέα φεύγει, η άλλη έρχεται δεν προσφέρει. Ίσως, η ύπαρξη του καταστατικού κάποιου κόμματος, του οποίου η τήρηση αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των ιδίων των κομμάτων, δε επαρκεί. Τα κόμματα ως συλλογικότητες οι οποίες διαμεσολαβούν μεταξύ πολιτικής και πολιτών, μεταξύ Κράτους και Κοινωνίας, είναι ταυτοχρόνως θεσμοί της Κοινωνίας των πολιτών αλλά και Συνταγματικά όργανα. Επομένως η λειτουργία τους, στα σημεία που αυτή αποκτά συνταγματικό ενδιαφέρον -στο επίπεδο των δημοκρατικών κανόνων προστασίας των κομματικών μελών και αναδείξεως υποψηφιοτήτων π.χ., για τις εθνικές εκλογές-, πρέπει να ελέγχεται και από την Δικαιοσύνη. Το άλλο σκέλος, αφορά στο οικονομικό προαπαιτούμενο για την διασφάλιση μιας αξιοπρεπούς υποψηφιότητας. Περιφέρειες ως αυτές της Β΄ Αθηνών ή της Αττικής, αφ’ ενός επιτρέπουν την απουσία ή την ελλειμματική άσκηση κοινωνικού ελέγχου στους αιρετούς αφ’ ετέρου, επιτρέπουν την δημιουργία ερωτηματικών συναφώς με την εξεύρεση πόρων προς κάλυψη των εκλογικών δαπανών. Συνέπεια αυτού είναι η εξάρτηση των υποψηφίων από κάθε είδους συμφέροντα –είτε εθνικής είτε τοπικής εμβέλειας- και την ανάπτυξη εύφορου εδάφους καχυποψίας και κλονισμού της εμπιστοσύνης.
Κρίσιμη επομένως, σημασία αποκτά για τον προοδευτικό χώρο και την κεντροαριστερά η διατύπωση σε άμεσο χρόνο μιας ειλικρινούς, τολμηρής και σαφούς προτάσεως αλλαγής του τρόπου λειτουργίας των κομμάτων, προτάσεως νέου εκλογικού νόμου και γενικά συστήματος (όπου θεσμικά θα προβλέπονται και θα επιλύονται και ζητήματα επικοινωνίας και χρηματοδοτήσεως των κομμάτων) και που, κυρίως, δεν θα αφήνει περιθώρια στρεβλώσεως της βούλησης του λαού.