Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε την εξουσία εξ εφόδου αλλά… έχει μέλλον -koolnews.gr- 26 Σεπτεμβρίου 2015



Οι εκλογές τελείωσαν, η Δημοκρατία νίκησε –αν και η Ζωή εγείρει αντιρρήσεις- και η νέα Κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει κρίσιμα ζητήματα, τα οποία δεν θα αφορούν στην πολιτική της επιβίωση μόνον, αλλά και στην προοπτική βιωσιμότητας της οικονομίας και της χώρας. Αυτό ίσως ακούγεται λίγο «κλισέ», αλλά είναι η πρώτη φορά που ισχύει σε τόσο κρίσιμο βαθμό.
Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι, το αποτέλεσμα των εκλογών είναι μια καθαρή και ισχυρή επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί, οι διάφοροι εκπρόσωποί του να στηλιτεύουν τις δημοσκοπήσεις, αλλά, η εικόνα ντέρμπυ που εμφάνιζαν οι μετρήσεις εκτιμώ ότι περισσότερο τον ωφέλησαν -και τον κυβερνητικό του εταίρο-  παρά τον έβλαψαν.
Και ενώ, ο προεκλογικός θόρυβος δεν έχει ακόμη, πλήρως, καταλαγιάσει, το πρώτο δείγμα γραφής με την υπόθεση Καμένου δεν είναι και το καλύτερο. Ο βουλευτής της Β΄ Πειραιά  κέρδισε την θέση του στο ρεκόρ Γκίνες, ως ο ταχύτερα αποπεμθείς υπουργός.
Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι τόσο εξόφθαλμη που αφήνει περιθώρια σε κακόπιστους κριτές να αναπτύξουν θεωρήσεις περί ακραία επικίνδυνου θεσμικού παιγνίου του Πρωθυπουργού και του κυβερνητικού του εταίρου. Ότι, δηλαδή, επιτρέπουμε ένα λάθος, ώστε κατόπιν να αναδείξουμε την τόλμη αποδοχής του και άμεσης θεραπείας του. Αυτό ακούγεται δελεαστικό, λαμβανομένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι προ των εκλογών, υπήρξε σοβαρό επεισόδιο μεταξύ της εκπροσώπου των ΑΝΕΛ και του συγκεκριμένου βουλευτή, με αφορμή τα συγκεκριμένα, επίμαχα  … τιτιβίσματά του. Βέβαια, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα επρόκειτο για έναν σοβαρό ηγέτη και μία σοβαρή κυβέρνηση.

Επίσης δυσάρεστη εικόνα παρουσίασε η ενέργεια των Τσίπρα-Καμένου, να σπεύσουν να αναγγείλουν τον σχηματισμό κυβερνήσεως πριν ανακοινωθούν τα επίσημα αποτελέσματα από το Υπουργείο Εσωτερικών. Τούτο εγγίζει τα όρια της θεσμικής απρέπειας. Η σπουδή του Π. Καμένου να αναγγείλει, προ παντός, ως δεδομένο το κυβερνητικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε συνδυασμό με τις εκρηκτικές δηλώσεις του το ίδιο βράδυ των εκλογών με απειλές περί φυλακίσεων –άραγε κατάγεται από την Πυθία και γνωρίζει το αποτέλεσμα της δικαιοδοτικής διαδικασίας, αν καταλήξει κάποια υπόθεση στο δικαστήριο-, διώξεων και εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων («θα τους τελειώσω»), μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφων και εταιρειών μετρήσεων της κοινής γνώμης, λειτουργεί απολύτως αποτρεπτικά για κάθε εγχείρημα συναινέσεως και ομοψυχίας, στοιχεία που sine qua non προϋποθέσεις για την συνέχεια της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.
Και αν αυτό είναι κατανοητό για έναν πολιτικό με το προφίλ του αρχηγού των ΑΝΕΛ, απογοητεύει το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας, στο εκλογικό κέντρο του ΣΥΡΙΖΑ του επέτρεψε να εμφανισθεί και να πανηγυρίζει μαζί του στην εξέδρα.
Νομίζω πως είναι σφάλμα του Πρωθυπουργού η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ υπό τον Π. Καμένο, με τον συγκεκριμένο πολιτικό λόγο. Κατ’ αρχάς, εμφανίζεται ως αγενής καιροσκόπος, γιατί η υποστήριξη που έλαβε από τις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και από το ΠΟΤΑΜΙ –αναφέρω ειδικά τα δύο, αυτά κόμματα ως συγγενείς προς τον ΣΥΡΙΖΑ κεντροαριστερούς σχηματισμούς-, διέσωσαν το κύρος του και την πολιτική του ύπαρξη, αναπληρώνοντας την απώλεια των 30 εδρών που είχε από το ίδιο του το κόμμα.
Είχε λοιπόν μετεκλογικά, ο Πρωθυπουργός, κάθε δίκαιο και κάθε δυνατότητα να προκαλέσει έναν ιδεολογικά συνεχή και ευρύτερο κυβερνητικό σχηματισμό της κεντροαριστεράς. Το εγχείρημα αυτό, θα είχε κάθε λόγο να επιτύχει, μιας και η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, έχει σε σημαντικό βαθμό μειώσει την ένταση, την οποία προκαλούσε η προηγούμενη ηγετική ομάδα. Ακόμη, θα έθετε σημαντικούς περιορισμούς στον ανεκδιήγητο «ανεξέλεγκτο» ηγέτη, ο οποίος ως κουτοπόνηρος επαρχιώτης, φροντίζει να δυναμιτίζει –με ανοχή Τσίπρα-, κάθε προσπάθεια σύγκλισης κεντροαριστερών δυνάμεων, μιας και είναι δεδομένο ότι η ανασύνθεση της κεντροαριστεράς, δίχως το αντίστοιχο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
Ίσως, η δυσκολία να σχηματισθεί μία, ήδη από το βράδυ των εκλογών αναγγελθείσα, κυβέρνηση -υπόθεση που ενισχύει η ανακοίνωσή της αργά το βράδυ της 3ης μετεκλογικής ημέρας-, σηματοδοτεί πιθανώς την παρουσία σημείων τριβής των δύο κυβερνητικών εταίρων ή/και αναγνώριση εκ μέρους του Πρωθυπουργού του σφάλματος της εμμονής σε αυτήν την συνεργασία, δεδομένης και της εκπεφρασμένης δυσθυμίας και αντιδράσεων διεθνών παραγόντων.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα Κυβέρνηση δεν πρέπει να επαναπαυθεί στις νικητήριες ιαχές των οπαδών της και στις δάφνες της και η πραγματικότητα δεν επιτρέπει άλλες φαντασιώσεις. Ενώπιον της βρίσκονται σημαντικά ζητήματα, όπως αυτό της φορολόγησης των αγροτών, ο ΦΠΑ στα νησιά, κίνδυνοι κατάρρευσης του συστήματος των 100 δόσεων λόγω μεταβολής των ρυθμιστικών κανόνων και κυρίως, όπως έγινε προσφάτως γνωστό,  των αδυναμιών μεγάλων επιχειρήσεων να διαχειρισθούν τα δάνειά τους. Ο οικονομικός συντάκτης του ρ/τ σταθμού ΣΚΑΪ κος Φιλιππίδης είχε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ. Σύμφωνα με αυτό, όπως προκύπτει από τα crash tests των τραπεζών, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις θα υποχρεωθούν να συρρικνωθούν με αποτέλεσμα όχι μόνον  την δημιουργία περίπου 200.000 νέων ανέργων, αλλά και την επίδραση που θα έχει αυτή η συρρίκνωσή τους σε πλειάδα μικρότερων επιχειρήσεων οι οποίες βρίσκονται στον κύκλο εργασιών τους.

Ο κος Τσίπρας, επανεξελέγη, βέβαια, με σημαντική διαφορά, αλλά, μην παραβλέπεται ότι το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία ηττήθηκαν, γιατί εφήρμοσαν «μνημόνιο». Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου ψήφισε μόνο και έχασε σχεδόν το 50% της δύναμής της. Δεν εφάρμοσε ακόμη. Οσονούπω, θα δούμε τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα που θα έχει η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Του δικού της μνημονίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε την εξουσία εξ εφόδου, καλλιεργώντας έναν ιδιότυπο εθνικολαϊκιστικό λόγο, λόγο τυφλής οργής και ερεθίζοντας τα πλέον ταπεινά ένστικτα των πολιτών. Δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς πως η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και δεν αρκεί παρά ένα ελάχιστο θέμα ώστε να πυροδοτηθεί μια αλληλουχία κοινωνικών εκρήξεων και συγκρούσεων. Άλλωστε, η ιστορία διδάσκει πως κάθε κύκλος κλείνει με σφοδρότατες συγκρούσεις και ο νέος ανοίγει με … «Εθνάρχη»…

Μέλλει να κριθεί αν θα επικρατήσει η σωφροσύνη στις πολιτικές δυνάμεις ώστε η χώρα και η κοινωνία να επανέλθουν στην κανονικότητα και την πολιτική ομαλότητα· στοιχεία που ανευρίσκει κανείς σε κάθε «κανονική» χώρα. Δηλαδή να μπουν στο περιθώριο –όπου και ανήκουν- οι λαϊκιστικές φωνές και δύο πόλοι: ένας προοδευτικός κεντροαριστερός και ένας συντηρητικός κεντροδεξιός να διεκδικούν την εξουσία. Ευχή και ελπίδα η αριστερά να μην αποβεί για μια ακόμη φορά μοιραία για την πορεία της εξέλιξης στην Ελλάδα.
Μέχρι τότε, ας συγκρατήσουμε ως θετικό το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα της μέχρι πρότινος «νεφελοοικούσης» αριστεράς, μαθαίνει τι σημαίνει κυβερνητική ευθύνη και προσαρμόζεται, έστω και επώδυνα στον πραγματικό κόσμο. Τούτο δεν αποτελεί και μικρό κέρδος. Αντιθέτως. Οι δε φιλοευρωπαϊκές, προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να αποστούν από τον διχαστικό λόγο και να αποφύγουν περιττές προκλήσεις. Νομίζω ότι σύντομα θα κληθούν να αναλάβουν κρίσιμες αποφάσεις και για τον προοδευτικό χώρο αλλά και για την εθνική προσπάθεια. Αρκεί να είναι έτοιμες προγραμματικά και ηθικά.   

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Και τώρα τι ψηφίζουμε; - koolnews.gr- Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου, 2015

Πέρα από κάθε λογική, η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές και τελικά -εξ όσων μέχρι στιγμής προκύπτουν από μετρήσεις-, ο σχεδιασμός του Αλέξη Τσίπρα να καταστεί αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του κεντροαριστερού χώρου δεν ευοδώνεται. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν η χείριστη προεκλογική στρατηγική είναι αποτέλεσμα της διάσπασης και της αθλίας κυβερνητικής διαχείρισης ή σκοπίμως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ «κρατάει» το άλογο ώστε να τερματίσει δεύτερο. Τούτο, όμως, αφορά σε άλλη ανάλυση και ασφαλή συμπεράσματα θα μπορέσουμε να εξάγουμε από την στάση που θα τηρήσει ο Αλέξης Τσίπρας με το εκλογικό αποτέλεσμα δεδομένο. Αν θα μετάσχει δηλαδή –ακόμη και ως δεύτερο κόμμα- σε μια κυβέρνηση που θα έχει το άχθος της υλοποίησης του δικού του μνημονίου. Του Μνημονίου της Αριστεράς.
Έχει όμως σημασία, έστω και με την δυσκολία που συνεπάγεται η προεκλογική περίοδος, να πατήσουμε ένα pause και να αναλογισθούμε τι διακυβεύεται σε αυτές τις εκλογές· να καθορίσουμε την ψήφο μας όχι, πλέον, στην βάση της οργής και της ουτοπικής προσδοκίας αλλά αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα και αξιολογούντες με δεδομένα τις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διεκδικούν να αποτελέσουν επιλογή μας.

Διανύουμε μια περίοδο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και «ύστερη Μεταπολίτευση». Πολλοί –και ειδικά ο Τσίπρας-, εμφανίζονται ως η αρχή της νέας εποχής θεωρούντες ότι ο κύκλος της μεταπολίτευσης έχει κλείσει. Δεν βλέπω κάτι που να δικαιολογεί αυτή την άποψη, πέραν βέβαια των ευσεβών, επικοινωνιακών αναγκών τους. Είναι ερμηνεύσιμο το γεγονός ότι πολλοί απαξιώνουν το σύνολο των μεταπολιτευτικών χρόνων. Δηλαδή, θα ήθελαν να υπάρχει ακόμη η δικτατορία εκείνων των ανεκδιήγητων, φασιστοειδών που κατέλυσε με τα όπλα το δημοκρατικό πολίτευμα, μοίρασε εκατομμύρια σε ημέτερους, επιβράβευε τον δοσιλογισμό και το «ρουφιανιλίκι» και εκτός από την δημοκρατική λειτουργία και την ελευθερία των επιλογών, κατέστρεψε και κάθε αισθητική στον δημόσιο χώρο; Ποιος ισχυρίζεται, σοβαρά, ότι δεν υπήρξαν ρουσφέτια και σπατάλη του δημοσίου χρήματος;
Η Μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, σηματοδοτεί την μεγαλύτερη χρονικά ομαλή περίοδο μετά τον εμφύλιο. Αν κάποιοι –εκ δεξιών και ευωνύμων-, αναπολούν εκείνα τα χρόνια γιατί μόνον έτσι υπάρχουν κοινωνικά και πολιτικά, λυπούμαι, αλλά, οι πολίτες δεν θα ακολουθήσουν. Ασκούμε κριτική στα χρόνια της μεταπολίτευσης και πολύ καλώς πράττουμε. Αλλά, η κριτική αυτή δεν πρέπει να ισοπεδώνει και να παραβλέπει τα πραγματικά δεδομένα. Το 1974 άρχισε ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός και ο θεσμικός εκσυγχρονισμός. Επήλθε η ισορροπία μεταξύ των πλευρών του εμφυλίου. Η χώρα προσανατολίστηκε και μπήκε σε Ευρωπαϊκή προοπτική. Έγινε ισότιμος συνομιλητής και παράγοντας της διεθνούς κοινότητας. Από «ψωροκώσταινα» έγινε ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Έγινε πραγματική επανάσταση στις υποδομές και τις παρεχόμενες υπηρεσίες του Δημοσίου. Και κυρίως, η δημοκρατία εμπεδώθηκε ουσιαστικά. Αυτό, καθίσταται καλύτερα κατανοητό, αν σκεφθεί κάποιος ότι, προ του 1974 η απόσταση της Αριστεράς από την κυβερνητική ευθύνη ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής ζωής. Δηλαδή και 90% να έπαιρνε αριστερός πολιτικός σχηματισμός, κυβέρνηση δεν θα έβλεπε. Σήμερα, αυτό δεν υφίσταται.

Λάθη, παραλείψεις, ατοπήματα και αβλεψίες προφανώς και υπήρξαν και υπάρχουν. Πρέπει όμως να συγκρατείται ότι αφ’ ενός το Κράτος και το Πολίτευμα εμείς το συγκροτούμε (δεν υπάρχει πολιτικό σύστημα χωρίς πολίτες) και αφ’ ετέρου, το γεγονός ότι είμαστε μια νεαρή δημοκρατία και ένα κράτος που απηλλάγη από την Οθωμανική Φεουδαρχία, μόλις προ 120 – 150 ετών. Η Ευρωπαϊκή επίνευση αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον καταλύτη και την εγγύηση για την συνέχεια και εξέλιξη αυτής της διαδρομής. Οπωσδήποτε, οφείλουμε να θεραπεύσουμε τα κακώς κείμενα και να πραγματοποιήσουμε ριζικές τομές και μεταρρυθμίσεις στα πεδία εκείνα, όπου απαιτούνται. Είναι όμως ατελέσφορη, ιστορική ασέβεια και άκρως επικίνδυνη η ισοπεδωτική άρνηση.
Αν θέλουμε να ασκήσουμε σοβαρή και ουσιαστική κριτική, θα διαπιστώσουμε ότι η μεγαλύτερη αποτυχία είναι η δημιουργία ενός θεσμικού Κράτους, ως συνεπακόλουθο της στρεβλής αντίληψης που έχουμε καλλιεργήσει για την έννοια του Δημοσίου Συμφέροντος. Δεν αναγνωρίζουμε τα δίκαια άλλων, αν αυτά θίγουν ή και απλώς, δεν εξυπηρετούν δικά μας συμφέροντα και επιθυμίες. Αντιλαμβανόμαστε το Κράτος ως τον «πατέρα» ο οποίος πρέπει να μας ικανοποιεί όλα τα χατίρια και αν όχι, να «βουτάμε» κρυφά από την τσέπη του· ως κακοποιημένοι έφηβοι διεκδικούμε «τα πάντα» ως δικαίωμα και ποτέ δεν αναγνωρίζουμε υποχρεώσεις. Κάνουμε splitting και τρέχουμε από γραφείου εις γραφείον πολιτευτών με στόχο την εξυπηρέτηση. Η πολιτική τάξη προφανώς και έχει και δεν απαλλάσσεται από τις ευθύνες της για την κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα. Οι πολίτες όμως, δεν είναι άμοιροι ευθυνών –αν διεκδικούν σοβαρά τον τίτλο «πολίτης».

Επιλογή ψήφου, επομένως, με ψυχραιμία, ιδιαίτερα τώρα που οι κραυγές ανοησίας καταλαγιάζουν, οι ουτοπικές προσδοκίες διαψεύδονται από την πραγματικότητα και απεδείχθη πως το «τζογάρισμα» δεν οδηγεί σε σοβαρές λύσεις και θετικές διεξόδους.
Επιλογή ψήφου με κριτήρια ουσιαστικά για την προοπτική που θέλουμε για την χώρα μας και όχι την «εικόνα» ή την κενή περιεχομένου αντιπαράθεση «παλιού-νέου»· με γνώμονα την διατύπωση αλήθειας. Και ο καθείς, ας λάβει αυτό που δικαιούται.