Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012


Η μετανάστευση στις  ημέρες της απόγνωσης

            Η δημοσιονομική κρίση και η ύφεση στην οικονομία, αναδεικνύουν τον κίνδυνο που εμφιλοχωρεί ώστε το θέμα των μεταναστών, να καταστεί μείζον πρόβλημα κοινωνικής συνοχής, ενώ η υποχρέωση σε μετακίνηση προς αναζήτηση εργασίας σε χώρες της Ε.Ε. ή αλλαχού, νέων Ελλήνων πολιτών, προξενεί αισθήματα πικρίας και επιτείνει την προδιάθεση για οργή από πλευράς της ελληνικής κοινωνίας. Οργή που εάν αφεθεί να ξεσπάσει, φοβούμαι ότι μεγάλο τμήμα της θα εκτονωθεί εναντίον των μεταναστών.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι άνθρωποι μετακινούνται, είναι ευάλωτοι, αγχωμένοι και η ανασφάλεια κυριαρχεί την συμπεριφορά τους. Ακόμη και κατά τις μετακινήσεις ρουτίνας, αν και επιδρά ή δύναμη της συνήθειας και δεν είναι απολύτως συνειδητή αυτή η αίσθηση, θα παρατηρήσουμε ότι όλοι μας είμαστε ευαίσθητοι σε κάποιον άλλο θόρυβο, έξω από τον καθημερινό, στρέφουμε το βλέμμα αν ακουστεί κάποιος βηματισμός και θέλουμε να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατόν στην ασφάλεια του χώρου τον οποίο γνωρίζουμε. Μπορούμε, επομένως, να φανταστούμε, πόσο αυτά τα αισθήματα οξύνονται όταν η μετακίνηση είναι αιφνίδια και ο προορισμός άγνωστος, δεν αφορά στην υποχρεωτική αυτή καθημερινότητα, αλλά προκύπτει υπό  όρους εξαναγκασμού, βίας –όχι μόνον της προκαλουμένης εκ φυσικών καταστροφών ή εμπολέμων καταστάσεων, αλλά και εξ αυτής την οποία γεννά η οικονομική ένδεια.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία υποδοχής και ειδικότερα όταν δεν είναι προετοιμασμένη, εκλαμβάνει την έλευση των «ξένων» ως εισβολή και κυριαρχείται σταδιακά από την ανασφάλεια και τον φόβο, συναισθήματα που προκαλούνται τόσο από την παρουσία του άγνωστου και απρόσωπου αλλοδαπού, όσο και εκείνη την οποία επιφέρει η ύπαρξη μιας οικονομικής κρίσης, καθώς διάφοροι ανόητοι καλλιεργούν την εντύπωση ότι για την ανεργία των γηγενών ή ημεδαπών, ευθύνεται η παρουσία ξένων και όχι η ύφεση και η αδυναμία αναπτυξιακής δυναμικής.
Εντός αυτού του πλαισίου, η πιθανότητα δημιουργίας οξύνσεων, συνδυαζόμενη με την απουσία ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση και αδιάβλητων, αποτελεσματικά λειτουργικών θεσμικών οργάνων, αυξάνεται σε υψηλά επίπεδα επικινδυνότητας. Η πρόσφατη εμπειρία μας, το επιβεβαιώνει. Η ανεπάρκεια των οργάνων της Πολιτείας και η παρουσία αλλοδαπών, υπό καθεστώς γκρίζας ζώνης και σε κατάσταση οριακής εξαθλίωσης, απουσία ουσιαστικών ελέγχων έδωσε σε κάποια φασιστοειδή αποβράσματα την δυνατότητα να εκμεταλλευτούν το κενό και να «πουλάνε» προστασία στους κατοίκους του Αθηναϊκού κέντρου και να εκτονώνουν την ψυχωτική αθλιότητά τους, πάνω σε κάθε μετανάστη. Κατά τα ειωθότα, ο διάλογος  διεξάγεται σε κλίμα υστερίας και τηλεοπτικής προσέγγισης, δίχως διατύπωση ουσιαστικής πρότασης από καμία πλευρά, ούτε αυτή των μεταναστοπατέρων, ούτε εκείνη των μεταναστομάχων. Όμως το μεταναστευτικό δεν είναι ήσσονος σημασίας κοινωνικό ζήτημα, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγική διαδικασία, την δημόσια τάξη και ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και με την εθνική ασφάλεια. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ζήτημα που πρέπει να προσεγγίζεται με αφέλεια ή να χρησιμοποιείται ως όχημα επίδειξης και καταξίωσης.
            Η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική Πολιτεία στην αντιμετώπιση του θέματος, επιτρέπει την γέννηση σοβαρών αμφιβολιών που σχετίζονται με το κατά πόσο υπάρχει συνείδηση της ευθύνης την οποία συνεπάγεται η ύπαρξη άνω του 1,5 εκμ. αλλοδαπών. Η γενική αρχή της πολιτικής πρακτικής, να παραπέμπεται κάθε «καυτό» πρόβλημα στο μέλλον και η ενασχόληση με «σοβαρά» προβλήματα και όχι σοβαρή ενασχόληση με τα προβλήματά μας, εφαρμόσθηκε απολύτως και σε αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, η πολιτική για την μετανάστευση, καρκινοβατεί ανάμεσα στην άρνηση και στην αφομοίωση, δίχως να διαμορφώνεται ένα σαφές και καθαρό πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον. Πρέπει να αποφασίσουμε αν θα είμαστε χώρα αφομοίωσης –έστω και μερικής- των μεταναστών είτε χώρα μη αφομοίωσης, δηλαδή χώρα που απλώς αναζητά εργατικό δυναμικό και όχι νέους πολίτες. Είναι προφανείς οι διαφορές που ανακύπτουν από την  διάκριση των δύο αυτών προσεγγίσεων. Επ’ αυτού, δεν έχει προκληθεί καμία συζήτηση και μόνον δόγματα εκφράζονται. Κάθε πλευρά λαϊκίζει και η προκαλούμενη αντιπαράθεση στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.
            Αν για το ζήτημα των νομίμων και ειδικότερα των οικονομικών μεταναστών του πρώτου κύματος από την Αλβανία και τις πρώην Ανατολικές χώρες έχει, έστω και εκ των πραγμάτων, δρομολογηθεί κάποια λύση –με πάντοτε ανοικτά τα θέματα ένταξης και δικαιωμάτων που δεν πρέπει να θεωρούνται ασήμαντα ή άνευ αναγκαιότητας παρεμβάσεων-, το μείζον ζήτημα σήμερα ανακύπτει από την παράνομη και αθρόα προσέλευση αλλοδαπών από την Ασία ( Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ιράκ κ.ά.) και από χώρες της Αφρικής. Μεταξύ των δύο ρευμάτων ανιχνεύονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Αφ’ ενός, οι πρώτοι μετανάστες ήταν πιο κοντά πολιτισμικά στην ελληνική κοινότητα (λόγω θρησκευτικών και κοινωνικών συναφειών) και αφ’ ετέρου είχαν στην μεγάλη πλειοψηφία τους προορισμό την Ελλάδα, είτε προσωρινά για την συγκέντρωση κάποιου κεφαλαίου από την εργασία τους και μετά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους είτε αποσκοπούσαν σε μόνιμη μετοικεσία· οι πληθυσμοί μεταναστών του νέου ρεύματος, προσέρχονται με κάθε μέσο στην χώρα, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν κυρίως, ως πύλη εισόδου και διάμεσο σταθμό, για την μετάβασή τους σε  άλλες, ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Γερμανία, Σουηδία κ.λπ.) ή τις Η.Π.Α. και Καναδά (σε μια διαδρομή μέσω Ισπανίας). Για λόγους είτε οικονομικής αδυναμίας είτε νομικών εμπλοκών (σύλληψη, καταγραφή κ.λπ.), «κολλάνε» στην Ελλάδα και δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια κατηγορία σύγχρονων νομάδων πόλεων, από τους οποίους, άλλοι αρνούνται και άλλοι  αδυνατούν να καταγραφούν και να αποκτήσουν νομιμοποιητικά έγγραφα, με επακόλουθη συνέπεια την ανεξέλεγκτη περιφορά τους στα αστικά κέντρα. Η αδυναμία, ταυτοπροσωπίας και προσδιορισμού της χώρας  προελεύσεως (όχι της χώρας διελεύσεως) –εφ’ όσον οι Διπλωματικές Αρχές των χωρών αυτών είτε δεν επιθυμούν την συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές είτε πράγματι αδυνατούν να βεβαιώσουν την υπηκοότητά τους-, καθιστά αδύνατη την επαναπροώθησή τους και φυσικά δεν υπάρχουν κρατητήρια που να χωρέσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα μετά από κάποιες ημέρες (30-90 στην χειρότερη περίπτωση), να αφήνονται ελεύθεροι, για να επανεκκινήσει ο κύκλος όταν συλληφθούν την επόμενη φορά. Εφ’ όσον δεν αισθάνονται τον έλεγχο ή ακόμη και αυτήν την ελάχιστη υποχρέωση λογοδοσίας, την οποία συνεπάγεται η καταγραφή τους από τις Αρχές, δεδομένης της ένδειας και απόγνωσης -συνδυαζόμενες με το πολιτισμικό background (π.χ., για κάποιον φανατικό ισλαμιστή, η καταβολή χρηματικού αντιτίμου είναι υποχρέωση των αλλοθρήσκων για την δυνατότητά τους να έχουν άλλη θρησκεία και να συνεχίσουν να ζουν)-, αυξάνονται οι κίνδυνοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, φυσικά όχι ως γενικευμένη κατάσταση, από ακραία ή άτομα με οριακή και παραβατική συμπεριφορά.
Προβλήματα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικής για την μετανάστευση: Το μεταναστευτικό είναι θέμα με δύο κατευθύνσεις. Ή αντιμετωπίζεται ως  ζήτημα κοινωνικής ένταξης ή ως ζήτημα Δημόσιας Τάξης (και αν υπερβούμε αυτό το όριο, εύκολα, τρέπεται και σε πρόβλημα Εθνικής Ασφάλειας). Ατυχώς, η επί 10ετίες, έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση ή η ατολμία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα, έχει οδηγήσει τα πράγματα –ειδικά στο κέντρο της Αθήνας-, στα όρια της δεύτερης εκδοχής, με τις ομάδες νεοφασιστών να αλωνίζουν υποκαθιστώντας τις Αρχές.
Ο σχεδιασμός μιας πολιτικής για την μετανάστευση οφείλει να αφορά σε όλα τα στάδια που περιλαμβάνει η μετακίνηση. Απαιτούνται δηλαδή πρόνοιες για την είσοδο, την υποδοχή, την καταγραφή την παροχή εγγράφων ταυτοπροσωπίας και νομιμοποιητικών της παραμονής ή διαμονής, τον καθορισμό ποιός είναι μετανάστης και ποιός πρόσφυγας και ποιος δικαιούται απονομής ασύλου και για ποιους λόγους (ο ορισμός και οι προβλέψεις της Συμβάσεως της Γενεύης έχουν εκ των πραγμάτων ξεπερασθεί). Ο όποιος σχεδιασμός όμως, πρέπει να είναι συμβατός με την επιλογή στόχου ο οποίος θα έχει τεθεί σχετικά με την προσδοκία αυτής της πολιτικής. Δηλαδή, θα στοχεύει στην πολιτική αφομοίωσης-ενσωμάτωσης ή απλώς θα διαχειρίζεται έναν πληθυσμό μεταναστών και θα δημιουργεί συνθήκες που θα τους υποχρεώνει να εγκαταλείψουν την χώρα, αφού πρώτα τους έχει εκμεταλλευθεί ως εργατικό δυναμικό; Η δεύτερη επιλογή φυσικά και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, εκτός του ότι στερείται ηθικής, δεν είναι συμβατή με την γενικότερη αντίληψη στην Ε.Ε. και κυρίως, με τις αρχές του σύγχρονου δικαίου. Η χρήση όρων αφομοίωση, ενσωμάτωση, ένταξη, προκαλεί σύγχυση καθώς η σημασιολογία τους δεν καθορίζεται επακριβώς. Οι όροι ενσωμάτωση και ένταξη είναι πολιτικοί και επομένως το περιεχόμενο και η σημασιολογία τους, υπόκεινται στις εκάστοτε κοινωνικές μεταβολές. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας «ένταξης» και «ενσωμάτωσης» κοινά αποδεκτής, καθώς οι μέθοδοι οι οποίες προωθούνται εξαρτώνται ευθέως και ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες. 
Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε μία κατεύθυνση για την διεργασία αφομοίωσης, πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για μια διαδικασία αλληλοδιείσδυσης και συγχώνευσης κατά την οποία συσσωματώνεται μία ομάδα στην κοινή πολιτιστική ζωή. Αυτή η διαδικασία είναι συνδεδεμένη με την «ορατότητα» (όρος που περιγράφει ο Park) δηλαδή την εμφανή διαφορετικότητα του μετανάστη λόγω των ιδιαίτερων πολιτισμικών στοιχείων τα οποία αυτός προσκομίζει από την χώρα προελεύσεώς του και τον κάνουν να διακρίνεται ως μέλος μιας ξεχωριστής ομάδας. Η διακοπή της επίδειξης αυτών διακριτών στοιχείων, καθιστούν τον μετανάστη «αόρατο» από το σύνολο της κοινωνίας στην οποία υπάρχει. Ευνοήτως, αυτή η διεργασία διαφοροποιείται από το άτομο σε σχέση με την ομάδα, η οποία καθίσταται ορατή ως διαφορετική πιο εύκολα και η διαδικασία αφομοίωσης καθίσταται πιο μακρά και σύνθετη. Και αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν στον σχεδιασμό μεταναστευτικής πολιτικής. Το δε υποκείμενο της διεργασίας αυτής μετέρχεται από διαφορετικά στάδια:
i.      Την τεχνική και οικονομική αφομοίωση, δηλαδή μία εξωτερική προσαρμογή και συμμόρφωση στον γενικό τρόπο ζωής,
ii. Την πολιτισμική αφομοίωση, όπου κατά το στάδιο αυτό, προσλαμβάνονται νέα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, παραλλάσσονται τα παλαιά μέσω διεργασιών ψυχολογικής επαναπροσαρμογής
iii. Την εθνική αφομοίωση, δηλαδή την βιολογική ανάμιξη ουσιασικά μέσω επιγαμίας, θέμα που εξαιρετικά σπανίως αφορά την πρώτη γενιά.
Καθίσταται κατανοητό ότι για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αφομοίωσης, απαιτούνται
τουλάχιστον τρεις διαδοχικές γενεές.
Ένα σημείο το οποίο πρέπει να συγκρατείται, είναι πως οι μετανάστες εκτός από την υποχρέωση, να διαχειρισθούν θέματα που σχετίζονται με την άμεση επιβίωσή τους, πρέπει να ξεπεράσουν το πολιτισμικό shock που συνεπάγεται η μετακίνησή τους και η απότομη επαφή με έναν διαφορετικό πολιτισμό. Ταυτοχρόνως, δηλαδή, πρέπει να διέλθουν από μια διαδικασία από-κοινωνικοποίησης σε σχέση με την ήδη κοινωνικοποίησή τους στην χώρα προέλευσης και επανα-κοινωνικοποίησης στην χώρα την οποία προσήλθαν. Τούτο σημαίνει πως πρέπει να αποβάλλουν αξίες της κοινωνίας από την οποία έφυγαν και να υϊοθετήσουν αξίες και στοιχεία της κοινωνίας υποδοχής. Η εξέλιξη αυτής της διεργασίας και η επιτυχής πορεία της χαρακτηρίζει την κατάληξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης.
Για να γίνει δυνατή και επιτυχής η διαδικασία αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν μια σειρά μεταβλητών παραμέτρων, όπως:
i.       Η φύση των κινήτρων μετανάστευσης και ιδιαίτερα να εκτιμάται η φύση της κρίσης η οποία ώθησε τους μετανάστες στην μετακίνηση,
ii.     Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και η δομή της μεταναστευτικής διαδικασίας,
iii.    Η διαδικασία θεσμοποίησης στην χώρα υποδοχής
iv.  Οι διευκολύνσεις που οι θεσμοί αυτοί παρέχουν προς τους μετανάστες και οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις που έχουν από αυτούς.
v.   Η συμβατότητα των δυνατοτήτων και απαιτήσεων με τις προσδοκίες των μεταναστών και τις κοινωνικο-πολιτικές τους αξίες,
vi.   Τα όρια ανοχής, πλουραλισμού και ευελιξίας της κοινότητας υποδοχής σχετικά με την κατανομή και το περιεχόμενο των κοινωνικών ρόλων
vii. Η παρουσία παραγόντων που δημιουργούν συνθήκες, αν όχι διάλυσης, πάντως διατάραξης της κοινωνικής συνοχής.
Ένα βασικό σφάλμα, στην όλη διαχείριση της μετανάστευσης στην χώρα μας, εντοπίζεται στο γεγονός ότι η συζήτηση εστιάζει αποκλειστικά στο πεδίο των Δικαιωμάτων –προφανώς αυτό δεν υποτιμάται-, δίχως να επεκτείνεται στην ανάλυση και προσπάθεια κατανόησης των αιτίων τα οποία ωθούν πληθυσμούς στην μετακίνηση από την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών. Τούτο, έχει ως άμεση επίπτωση την αντιμετώπιση του μετανάστη ως αυτουργού και όχι ως υποκειμένου της μετακίνησης, πράγμα που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες, προκειμένου να αποκτήσουν ερείσματα οι ρατσιστικές και εν πάση περιπτώσει, οι αντιδραστικές και ξενοφοβικές προσεγγίσεις. Αυτό, η προσπάθεια δηλαδή της επεξήγησης του φαινομένου ως διαχρονικό και ανεξαρτήτου της βουλήσεως των ατόμων, έχω την εντύπωση ότι θα βοηθούσε σημαντικά στην δημιουργία και στήριξη από το σύνολο των πολιτών, μιας ουσιαστικής και αποδοτικής πολιτικής για την μετανάστευση και θα διευκολυνθούν οι διαδικασίες και τα στάδια αφομοίωσης και ενσωμάτωσης.

Η μετανάστευση στην Ελλάδα: Η ελληνική Επικράτεια, έχει καταστεί τόπος υποδοχής πληθυσμών εκτός Ελλάδος σε πολλές ιστορικές περιόδους. Ομογενείς πρόσφυγες από χώρες του Πόντου ή από την Αφρική, μετά το τέλος της αποικιοκρατίες, ενώ οι πολιτικές αλλαγές και οι κρίσεις που αυτές επέφεραν κατά την 10ετία 1970 προεκάλεσαν την δημιουργία ρεύματος εισροής Αράβων –κυρίως Χριστιανών-, από τις χώρες της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Επίσης, κατά το πρώτο ήμισυ της 10ετίας αυτής εμφανίζεται η προσέλευση εργατών από Φιλιππίνες, Αίγυπτο, Μαρόκο κ.λπ. Οι επίσημοι υπολογισμοί παρουσιάζουν έναν αριθμό 15.000 παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών εργαζομένων, ενώ εκτιμήσεις επιστημονικών και κοινωνικών φορέων ανεβάζουν αυτόν τον αριθμό στις 60-100.000 και το 1989 ο αριθμός αυτός ανέρχεται  περί τις 200-300.000. Είναι σημαντικό να συγκρατηθεί ότι το πρόβλημα της καταγραφής και υπάρξεως πραγματικών στοιχείων περί του αριθμού, εθνικής κατανομής και ειδικότητας, παραμένει το ίδιο σε όλη την διάρκεια 3ων-4ων δεκαετιών και φυσικά είναι απορίας άξιον διότι η Ελλάδα, ειδικά την 10ετία του 1970, έχει υπάρξει, ταυτοχρόνως και χώρα υποδοχής και χώρα εξαγωγής μεταναστών.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι η χώρα μας δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αποδέκτης μεταναστών, αλλά και σε προηγούμενες περιόδους, ομάδες ανθρώπων, μετακινήθηκαν προς αυτήν. Μην παραβλέπουμε ότι ακόμη και οι ομογενειακοί πληθυσμοί, διαβιούντες εκτός Ελλάδας, μεταφέρουν σημαντικές μνήμες και πολιτισμικά στοιχεία από την κοινωνία της χώρας όπου προήλθαν. Είναι άλλωστε, γνωστά τα προβλήματα της ένταξης στην καθημερινή ζωή, των προσφύγων από την Μικρά Ασία ή των ομογενών από τον Πόντο και την τότε ΕΣΣΔ, αυτά υπάρχουν σε κάθε περίπτωση, καθώς ο γηγενής πληθυσμός της χώρας υποδοχής είτε είναι ελλειπώς προετοιμασμένος είτε δεν διαθέτει την ελαστικότητα και την ανοχή για την ενσωμάτωση των προσερχομένων είτε αισθάνεται να απειλείται. Φυσικά στην περίπτωση ομογενειακής ομάδας η προοπτική ενσωμάτωσης επιταχύνεται καθώς η διαδικασία υποβοηθείται από τα ενυπάρχοντα -έστω και παρηλλαγμένα-, κοινά εθνοτικά χαρακτηριστικά και είναι πιο βατή.
Αρχικώς, η αιφνιδιαστική είσοδος κατά την 10ετία του 1990 αντιμετωπίσθηκε με διστακτικότητα και υπό την πίεση κραυγών (θυμόμαστε πόσοι «πρόεδροι» συλλόγων ληστευθέντων, παρήλαυναν από τα τηλεοπτικά δίκτυα…). Μόλις το 2001, μετά δηλαδή από μια 10ετή  περίοδο υποδοχής μεταναστευτικών ροών ψηφίζεται ο Ν. 2910/2001. Ήταν απολύτως ανεπαρκής και ασαφής, καθώς δεν απαντούσε ουσιαστικά σε κανένα από τα ζητήματα που ανέκυπταν από την εισροή μεταναστών στην Ελλάδα. Η ελληνική κακοδαιμονία που επηρεάζει και την νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η σύνταξη νόμων υπό την πίεση των γεγονότων και όχι υπό το πρίσμα μιας ανάλυσης και σχεδιασμού, οδήγησε στην δημιουργία του επομένου Ν.3386/2005 και ο οποίος, αποτελούσε μια αντιγραφή με κάποιες, ελάχιστες, βελτιώσεις του προηγουμένου 2910/01 και κρίθηκε αναγκαία η τροποποίησή του με τον Ν.3448/2006 και αργότερα αντικατεστάθη από τον Ν.3536/2007 που ατύχησε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι. Η δημιουργία 3 νομοθετημάτων και τα άπειρα Προεδρικά Διατάγματα, σε πραγματικό χρονικό διάστημα μικρότερο της 2ετίας, είναι ενδεικτικό σημείο της επί πολλής αντιμετώπισης του μεταναστευτικού –πλέον- προβλήματος.
Αναγκαίες παρεμβάσεις: Ως άμεσης προτεραιότητας σημεία που πρέπει να εξετασθούν είναι κατ’ αρχάς, η ίδρυση χαρτοφυλακίου για την μεταναστευτική πολιτική της χώρας (απαιτείται το λιγότερο υφυπουργός), διότι η εμπλοκή στον κυκεώνα των συναρμοδιοτήτων της ελληνικής Διοίκησης, δεν επιτρέπει σοβαρή αντιμετώπιση. Επίσης, διότι η Γραμματεία είναι διοικητική δομή, ενώ απαιτείται πολιτική βούληση και σχεδιασμός και επομένως το ανάλογο πολιτικό-Πολιτειακό όργανο, με τις απαιτούμενες αρμοδιότητες.
            Υπό την ανάγκη λειτουργικότητας και ταχύτερης διεκπεραίωσης διαδικασιών νομιμοποιητικών εγγραφων και αδειών διαμονής, κρίνεται επιβεβλημένη η μεταφορά της αρμοδιότητας των διοικητικών διαδικασιών σχετικές με αλλοδαπούς και πάλι στους ΟΤΑ Α΄ & Β΄ βαθμού. Στο Δήμο και την γειτονιά ο μετανάστης εντάσσεται, ο Δήμος και η γειτονιά τον υποδέχεται και εκεί κοινωνικοποιείται. Παραλλήλως είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι ΟΤΑ για δημιουργία δομών για την κοινωνική και πολιτισμική υποστήριξη των μεταναστών, καθώς και για την διερεύνηση και ανάδειξη δεξιοτήτων που οι μετανάστες έχουν, οι οποίες σίγουρα, είναι αξιοποιήσιμες και χρήσιμες στους Έλληνες επαγγελματίες, καλλιτέχνες και γενικότερα στους πολίτες, ενώ παραλλήλως δημιουργούν σχέσεις συνάφειας και ισότιμης συναλλαγής με ταυτόχρονη δημιουργία όρων αποτροπής του κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Σημαντική επίσης, παράμετρος είναι και η ύπαρξη φόβου για το/τον «άγνωστο». Εδώ, εκτός από την Κεντρική Κυβέρνηση, σημαντικό ρόλο πρέπει να έχουν και οι Δήμοι. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν σε εβδομαδιαία ή 15νθήμερη βάση γεγονότα στις γειτονιές εκείνες όπου παρουσιάζονται τα γνωστά προβλήματα, έτσι ώστε οι ημεδαποί πολίτες να βγουν από τα σπίτια τους. Να έρθουν σε επαφή με τους μετανάστες, να γνωριστούν, με στόχο την άρση του «απρόσωπου» το οποίο αποξενώνει και τρομάζει. Εάν δεν ανοίξουν πάλι οι πόρτες π. χ. στην Αλκιβιάδου, την Αχαρνών, την Ηπείρου, την Νεοφύτου Μεταξά κ.α., από μόνη της η παρουσία της αστυνομίας –η οποία πρέπει, σαφώς, να είναι εμφανής και ουσιαστική-, δεν αρκεί, δεν αποτελεί λύση. Η λήψη μέτρων στο πλαίσιο των οποίων και η ενίσχυση της αστυνόμευσης δεν πρέπει να παραβλέπεται και να ενοχλεί. Έχουμε προχωρήσει ως κοινωνία από την εποχή του εμφυλίου και της δικτατορίας και συνεπώς, δεν νοείται η αντιμετώπιση των αστυνομικών αρχών με την αντίληψη των παρελθουσών περιόδων. Αντιθέτως, σε μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία η αστυνομία είναι εγγυητής της προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τέλος, απαιτείται η διεξοδική ανάπτυξη προβληματισμού, προκειμένου να εξευρεθούν μέσα και τρόποι πλήρους αξιοποιήσεως του μεταναστευτικού δυναμικού της Ελλάδας, στο οικονομικό-παραγωγικό γίγνεσθαι της Χώρας, θέμα που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημασία στο, υπό τις σημερινές συνθήκες δημοσιονομικής κρίσεως, νέο διαμορφούμενο πλαίσιο.

Τα πολιτικά κόμματα και η μετανάστευση: Ως γενική αρχή, δεν είναι λάθος ο ισχυρισμός ότι από τα πολιτικά κόμματα δεν έχει υπάρξει εις βάθος ανάλυση, σχεδιασμός και επεξεργασία προτάσεων για το ζήτημα της εισροής μεταναστευτικών πληθυσμών στην χώρα. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ενώ σε κάθε έξαρση του σχετικού διαλόγου  ακούγονται οι ίδιες στερεότυπες θέσεις, τα ίδια ευχολόγια ή αναθέματα και μετά την καταλαγή, τηρείται σιγή ασυρμάτου μέχρι την επόμενη επανάληψη. Όπως όλα τα θέματα, έτσι και αυτό της μεταναστευτικής πολιτικής, αντιμετωπίζεται εν θερμώ δίχως ουσιαστική πρόταξη κάποιας τεκμηριωμένης άποψης και με την προσέγγιση της εκάστοτε επικρατούσης «μόδας». Είναι λυπηρό και αδικεί τους πολίτες γιατί επί του συγκεκριμένου ζητήματος υπάρχει πλούσιο επιστημονικό έργο και μελέτες από τους Έλληνες επιστήμονες, το οποίο προσθέτει σημαντικά και εξειδικεύει θέματα από την παγκόσμια βιβλιογραφία και έρευνα. Πιο αναλυτικά:
Το ΠΑΣΟΚ, με τον Γιώργο Παπανδρέου εξέφρασε μια θετική και πιο ισορροπημένη θέση και πρέπει να ομολογηθεί ότι είναι η αιτία που το θέμα της μετανάστευσης κατέστη θέμα της κύριας πολιτικής ατζέντας επί της ουσίας του. Δεν επέτυχε, για λόγους συναφείς με την όλη αντίληψη και διαχείριση κράτους και κόμματος από την ηγετική ομάδα περί τον Γ. Παπανδρέου, να συγκροτήσει ουσιαστική πολιτική για την μετανάστευση. Ο Ν. 3838/2009 και οι επέκεινα παρεμβάσεις επί του θεσμικού πλαισίου, τακτοποίησαν κάποια εκκρεμή θέματα, πλην όμως δεν συνεκρότησαν μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη πολιτική μετανάστευσης. Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο κομματικής διεργασίας, παρά την αρχική θετική παρουσία της νέας θεσμικότητας (Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με αντικείμενο και την μετανάστευση) και παρά την δυνατότητα που δόθηκε για ισότιμη συμμετοχή των μεταναστών σε όλο τα φάσμα των κομματικών οργάνων, δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα. Στα πρώτα στάδια, έγιναν πράγματα αλλά, στην συνέχεια, από μια πλευρά η αδιαφορία ή η ανεπάρκεια των υπευθύνων του και από την άλλη η φοβική προσέγγιση ή η επίσης ανεπαρκής παρουσία των Κυβερνητικών στελεχών, των επιφορτισμένων με την ευθύνη της μεταναστευτικής πολιτικής, δεν απέτρεψαν την αοριστολογία και την χρησιμοποίηση των μεταναστών ως μηχανισμό εσωτερικών εκλογικών αντιπαραθέσεων ή ευκαιρία επιδείξεως «έργου» με ανώδυνα, εύκολα και ανούσια παρατάγματα.
Ακόμη και σήμερα –εντονότερα κατά την τελευταία 3ετία-, εκτός από διάφορες «ρωμαϊκού» τύπου εκδηλώσεις αυτοϊκανοποίησης, δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική παρέμβαση στον μεταναστευτικό πληθυσμό, καθώς δεν υπάρχει διεργασία ενημέρωσης και εκπαίδευσης πρώτα του κομματικού κορμού και κατά συνέπεια και της κοινωνίας, ενώ, συνεχίζεται η επικοινωνία με τους μετανάστες να πραγματοποιείται διαμέσου συλλογικοτήτων(;) ελεγχόμενης βαρύτητας και προθέσεων ή σκοπού, δημιουργώντας έτσι προνομιούχους συνομιλητές με την κομματική θεσμικότητα, οι οποίοι αναγορεύονται σε παράγοντες ή και μεσάζοντες. Αυτό αποστερεί την δυνατότητα άμεσης και προσωπικής επικοινωνίας του πολιτικού αυτού, κόμματος με τον μετανάστη και δημιουργεί εντός του ευαίσθητου αυτού χώρου τις πιθανότητες ανάπτυξης «επαγγελματιών» μεταναστών με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η Νέα Δημοκρατία και το ΛΑ.ΟΣ. κρύπτονται πίσω από τον άκρατο φασίζοντα λαϊκισμό του «έξω οι ξένοι», απευθύνονται στα πλέον ταπεινά ένστικτα των πολιτών της ελληνικής κοινωνίας,  προκαλούντες τον φόβο, εμπαίζοντας την απελπισία που προκαλεί η περιδίνηση από την κρίση. Διακηρύττουν ότι η ανεργία θα περιορισθεί –αν δεν λυθεί οριστικά-, όταν φύγουν οι ξένοι, η εγκληματικότητα θα ελαχιστοποιηθεί και εν πάση περιπτώσει, θα υπάρξει καταλαγή αν οι ξένοι απομακρυνθούν. Αυτή η άποψη, είναι τόσο αφελής (επιεικώς) καθώς παραβλέπει ή επιχειρεί να συγκαλύψει για ψηφοθηρικούς λόγους τις παθογένειες και τις ανεπάρκειες της ελληνικής κοινωνίας, χαϊδεύει αυτιά και δεν είναι δυνατόν να την λάβει σοβαρά υπ’ όψιν κανείς σοβαρός ακροατής. Παρά ταύτα, ούτε αυτοί οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί αντιστάθηκαν στον πειρασμό της …αξιοποίησης (!) μεταναστών μέσα στις τάξεις τους, κυρίως  ως άλλοθι αλλά ενίοτε και ως μηχανισμό εκλογικής χρήσεως.
            Στους αντίποδες, η Αριστερά,  με το ΚΚΕ να τοποθετείται με βάση την Μαρξιστική-Λενινιστική θεωρία περί πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, προλεταριακού διεθνισμού και την στερεότυπη αντιιμπεριαλιστική ρητορεία του. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι δορυφόροι του κολακεύουν ασυνάρτητα τους μετανάστες και ουσιαστικά καταργούν την εθνική οντότητα, στην οποία όμως οι μετανάστες και θα πρέπει και επιθυμούν να ενταχθούν. Αγνοεί ή παραβλέπει τα πραγματικά προβλήματα που ανακύπτουν από την ασύδοτη και ανεξέλεγκτη –αριθμητικά και ποιοτικά-, παρουσία μη νομίμων και μη καταγεγραμμένων μεταναστών. Η «αριστεροφανής», αφελής αυτή προσέγγιση δεν είναι ορθολογική αντιμετώπιση και εν πολλοίς είναι αδιέξοδη και απρόσφορη, καθώς δεν λαμβάνει υπ’ όψιν παραμέτρους αφορούσες στα προβλήματα και τις ανασφάλειες των ημεδαπών. Φυσικά ούτε λόγος για τα εμφιλοχωρούντα θέματα δημόσιας τάξης ή ακόμη και αυτά της εθνικής ασφάλειας. Είναι ευνόητο ότι η αντίληψη αυτή ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως η διανυομένη, συντηρητικοποιεί την κοινωνία και προκαλεί μεγαλύτερες βλάβες στην υπόθεση «μετανάστης» από εκείνες μιας συντηρητική πολιτικής.
Σχετικά με τους αιτούντες άσυλο: Είναι η κατηγορία αλλοδαπών η οποία και αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς, η επίκληση ασύλου γίνεται αδιακρίτως και από μετακινούμενους που απλώς επιθυμούν να μεταναστεύσουν αναζητούντες καλύτερη οικονομική προοπτική Κάθε παρανόμως εισελθών στην χώρα, επικαλείται την διαδικασία ασύλου προκειμένου να παραμείνει στην Ελλάδα.
Δεδομένου, όπως προκύπτει και από προαναφερόμενες  διατυπώσεις η νομιμοποίηση ή και η χορήγηση νομιμοποιητικών εγγράφων, είναι βασική προϋπόθεση για κάθε άλλη συζήτηση περί ενσωμάτωσης, πρέπει τα έγγραφα αυτά να είναι ισχυρά και να τελούν εν ισχύ έως την τελική κρίση του αιτήματος απονομής ασύλου και να εμπεριέχουν τα αναγκαία βιομετρικά στοιχεία του κατόχου. Αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την αποκέντρωση των υπηρεσιών υποδοχής, για την Υγεία και Εθνική Ασφάλεια, στις πύλες εισόδου (Έβρο, νησιά Αιγαίου), έτσι ώστε να μην καταλήγουν ανεξέλεγκτα στην Πρωτεύουσα όλοι οι προσφεύγοντες.
Όσον αφορά τέλος, την συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτά είναι προφανώς αδιαπραγμάτευτα, πλην της περιπτώσεως που τίθεται ζήτημα εθνικής ασφαλείας. Όμως, σαφώς, και υπάρχουν όρια. Εκείνα της Συνταγματικότητας, εκείνα, τα οποία ορίζονται από το Συνταγματικό κεκτημένο της χώρας υποδοχής. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται σε κάποιον μετανάστη να κακοποιεί την σύζυγό του ή να διακόπτει την σχολική εκπαίδευση της 9χρονης κόρης του, επειδή, αυτό  αποτελεί πολιτισμικό του δεδομένο. Στην Ελλάδα, υφίστανται Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Αυτό είναι το όριο. Τέλος, θα ήθελα να τονίσω για μια ακόμη φορά, ότι είναι αναγκαίο η Πολιτεία και ειδικότερα τα κόμματα ως θεσμοί Πολιτειακής συγκρότησης, να συνομιλούν και να απευθύνονται στους μετανάστες ατομικά και όχι πάντοτε δια μέσου διαφόρων μεσαζόντων. Βεβαίως να αξιοποιηθούν οι συλλογικότητες των μεταναστών, αλλά, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η νομιμοποιητική βάση τους (σε πόσους και πώς απευθύνονται) και σε κάθε περίπτωση να μπορεί ο εκάστοτε φορέας να δημιουργεί διαύλους επικοινωνίας με τους μετανάστες ανεξαρτήτως παρεμβάσεων οποιωνδήποτε «καλοπροαίρετων» διαμεσολαβητών, οι οποίοι τις περισσότερες φορές απευθύνονται σε πολύ περιορισμένο και … ειδικό (!) κοινό.

Υ.Γ. Την ώρα που ολοκληρωνόταν η γραφή αυτή, έτυχε να μεταδίδεται τηλεοπτική συνέντευξη του προέδρου πολιτικού σχηματισμού, μέχρι πρότινος μετόχου στην κυβέρνηση, στην οποία, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πολιτικό διεμβολισμό του  από συγγενείς του πολιτικούς χώρους κινουμένους στα όρια της παρανομίας, στρέφεται κατά των «λαθρομεταναστών» και παρακινεί πολίτες ακόμη και στην χρήση ένοπλης βίας. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να παρέμβει ο εισαγγελέας,. Σε άλλη χώρα, θα αποτελούσε γραφικότητα! Στην δική μας, η οποία αρέσκεται να φαίνεται σοβαρή δίχως να είναι, εμφανίζεται ως αξιοπρόσεκτος παράγοντας. Ντροπή μας! . . .
Υ.Γ. Έστω και τώρα, ας κινητοποιηθεί ο πολιτικός κόσμος και να τοποθετηθεί υπεύθυνα και ουσιαστικά, να επιλέξει λύσεις πραγματικά λειτουργικές, τόσο προς την κατεύθυνση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και προς την επίλυση προβλημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι ημεδαποί πολίτες και οι νόμιμα διαμένοντες στην χώρα.
Λυκούργος Χατζάκος

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012


ΠΑ.ΣΟ.Κ. -Σκέψεις για την επόμενη ημέρα.


 
Η εκλογική διαδικασία της προσ­εχούς Κυριακής, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μίας περιόδου, η οποία, ξεκίνησε μεν, με τις καλύτερες προϋποθέσεις, αλλά, ατυχώς, πολιτικοί λιμοκοντόροι, ακαδημαϊκίζοντες δανδήδες και άχρηστοι αυλοκόλακες, συγκρότησαν μια παρέα, προκειμένου να διαχειρισθεί την τύχη της χώρας και του ΠΑΣΟΚ ηπρακτική των οποίων επέφερε τα σημερινά αποτελέσματα. Η συγκυρία της πρωτοφανούς –αλλά όχι απρόβλεπτης-, οικονομικής κρίσεως, επέφερε τα γνωστά αποτελέσματα. Σήμερα, η αλλαγή ηγεσίας στο Κίνημα είναι περισσότερο από ποτέ, καθοριστικής σημασίας ανάγκη για την επιβίωση του πολιτικού φορέα, καθώς ο απεγκεφαλισμός που έχει υποστεί, τον απέκοψε από το σώμα της λαϊκής βάσης του. Η αιτία προφανώς και δεν είναι μόνον, τα μέτρα της προηγούμενης 2ετίας, αλλά και το ύφος που οι αρμόδιοι τα ανεκοίνωναν.  Ο αυτοδιαψευδόμενος, προκλητικός και αλαζονικός «ξερολισμός» των κυβερνητικών στελεχών που διαχειρίζονταν την οικονομία και την κρίση, συνδυαζόμενος με την συστηματική απαξίωση του κόμματος το κατέστησαν αδύναμο και να ψελλίσει ακόμη,  την ελάχιστη φράση υπεράσπισης. Η διαχείριση της κρίσης αφέθηκε εις χείρας παντελώς ακατάλληλων και απεκλείσθησαν έστω και ως συνεπίκουροι, όσοι είχαν την δυνατότητα –και λόγω γνώσεων και πολιτικής επάρκειας-, να το προσφέρουν υπηρεσία.
Αν και η οργή που αισθάνομαι, από την διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε η έλευση του Γιώργου Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι μεγάλη, δεν θεωρώ ότι η επέκταση κριτικής, στον παρόντα χρόνο, θα προσδώσει κάτι θετικό και αυτό γιατί η ήττα, ή ακόμη και αυτή, η αίσθηση περιορισμού του ζωτικού μας χώρου, είναι απολύτως κατανοητό, προκαλεί την ανάγκη για κριτική, αντιπαραθέσεις και ερεθίζει στην μάζα την επιθυμία για την πολιτική αρά των υπευθύνων. Ανακύπτουν ανάγκες ερμηνείας, η οποία επιδρά καταπραϋντικά, εκτονώνει και  -στις κακόβουλες περιπτώσεις-, εκδικείται. Παρά ταύτα, στην ατέρμονη παράθεση αιτίων προς ερμηνεία αποτυχίας, κάθε ένα εκ των οποίων αναπαριστά, αιτιολογεί ή και εμπεριέχει το προηγούμενο, υφίσταται ένα όριο. Εκείνο το οποίο τίθεται από το απόλυτο αντικείμενο.
Ενώ, εκ φύσεως είμαι θιασώτης των περιπλανήσεων, οφείλω να ομολογήσω, ότι η περιπλάνηση στον δαιδαλώδη οίκο της «ερμηνείας», όταν αυτή επιχειρείται και μόνον προς απόδοση ευθυνών προς αλλήλους, με απωθεί, ηθικά και αισθητικά, την θεωρώ δε και περιττή και απρόσφορη. Ιδιαιτέρως, όταν η απόπειρα αυτή έχει ως αφετηρία ταπεινά κίνητρα και όχημα την μικροψυχία.
Άρα, το σημαντικό στον παρόντα χρόνο για το ΠΑ.ΣΟ.Κ., δεν είναι η αδιέξοδη περιδίνηση στις ερμηνείες των αιτίων, αλλά, ο προσδιορισμός του υπαρξιακού ερωτήματος της διεργασίας και της διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποτελέσει την ευκαιρία για έναν αγελαίο κατασπαραγμό. Προφανώς και πρέπει να συνιστά ευκαιρία για την ουσιαστική –και με ανατομική ψυχραιμία-, ανάλυση σφαλμάτων και αστοχιών, εις τρόπον ώστε να αποτραπεί η πιθανή επανάληψή τους και η ταυτόχρονη αναζήτηση ιδεολογικής ταυτότητας και προσανατολισμού του πολιτικού μας χώρου· αν φυσικά κριθεί πως υπάρχει κάτι που μπορεί ή αξίζει να διασωθεί και ποιο περιεχόμενο είναι δυνατόν στις παρούσες συνθήκες, να ανιχνεύεται στην έννοια της κεντροαριστεράς. Παρακάμπτω επομένως, τις ποικίλες κακοφωνίες και τις ιδιοτελείς δίκες προθέσεων της νέας ηγεσίας και επιχειρώ την παράθεση κάποιων σκέψεων σχετικών με την προοπτική ανασυγκρότησης, ως συνεπούς πράξεως, μιας υπερ30ετούς στράτευσης σε έναν πολιτικό φορέα που επενδύθηκε η εφηβική ορμή –και η προσωπική αλλά και δεκάδων άλλων φίλων και συντρόφων με τους οποίους δώσαμε πολιτικές μάχες σκληρές, μα πάντοτε στην κατάληξή τους  νικηφόρες.
Ύψιστη προτεραιότητα της νέα ηγεσίας, οφείλει να αποτελέσει η αποκατάσταση της κομματικής θεσμικότητας, η οποία κατά την προηγούμενη περίοδο, σκοπίμως ή μη, τσαλακώθηκε βάναυσα. Απαιτούνται άμεσα:
·     Επαναφορά των στελεχών του Κινήματος που απομακρύνθηκαν από τις τάξεις του συντεταγμένου ΠΑΣΟΚ,
·       Άμεση αντικατάσταση των στελεχών που ανέλαβαν θέσεις σε ανώτερα καθοδηγητικά επίπεδα με μόνη ικανότητα την ευκαμψία τους ή την εξαπάτηση αφελών «φίλων» του Προέδρου.
·   Αποκατάσταση του αισθήματος αξιοκρατίας και δικαίου εντός των κόλπων του Κινήματος και για τούτο, απαιτείται η επαναλειτουργία των κομματικών οργανώσεων. Τα στελέχη του κεντρικού μηχανισμού, πρέπει να ενδιαφέρονται πρωτίστως για την παραγωγή και άσκηση  ουσιαστικής πολιτικής και όχι να έχουν ως μοναδική μέριμνά την επίδειξη καλής διαγωγής στην Προεδρική αυλή ή την δημιουργία προσωπικού μηχανισμού ή αναζητούν όχημα κοινωνικής και προσωπικής καταξίωσης.         
Αυτά, μεταξύ άλλων, υπήρξαν και η μεγάλη αδυναμία της προηγουμένης περιόδου. Το ψευδεπίγραφο πρόταγμα «άλλο κόμμα άλλο κυβέρνηση», χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε μία κλειστή κάστα φίλων να λειτουργούν ανεξέλεγκτα προς όφελος των δίκην μυστικής εταιρείας. Δεν θεωρώ ότι από πλευράς του απερχόμενου Προέδρου, υπήρχαν τέτοιες προθέσεις. Όμως, η πράξη απέδειξε ότι η μεθοδευμένη «προεδροποίηση», καλλιέργησε μια τάξη αυλικών –αν τούτο δεν αποτελούσε βασική στόχευση-, στην οποία περιλαμβάνονται είτε νεόκοπα πολιτικά στελέχη που έμαθαν την πολιτική στον δοκιμαστικό σωλήνα μηχανισμών είτε ανίκανοι οσφυοκάμπτες που εκμεταλλεύτηκαν την αφέλεια των νέων Κυβερνητών, με των οποίων τα έργα η Κτίσις έφριξε. Η άσκηση πολιτικής και η sine qua non στήριξη κατά την υλοποίηση του κυβερνητικού έργου, δεν νοείται δίχως την ύπαρξη και την ισχυρή οντότητα του πολιτικού υποκειμένου. Οι αλλαγές που απαιτούνται στην δομή, την έκφραση και τα πρόσωπα –πάντοτε αυτά ως φορείς πολιτικής θέσης και όχι ως «καλή παρέα» ή «λέσχη θαυμαστών»-, προκύπτει in vivo. Τα in vitro πειράματα, είναι χρήσιμα στην ιατρική και την επιστήμη γενικώτερα, αλλά, δεν είναι πρόσφορα στον πολιτικό στίβο και εν γένει, την πολιτική επιστήμη. Άμεσα πρέπει να αποκατασταθεί η θεσμική κομματική διαδικασία και η λειτουργία των οργανώσεων.
Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις προς αποκατάσταση της λειτουργίας του κόμματος, είναι μεν προϋπόθεση, αλλά, από μόνες δεν αρκούν για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με τους πολίτες και την επάνοδο του Κινήματος στην ηγετική του θέση ως εκφραστή της πρότασης εξουσίας της Κεντροαριστεράς. Παράλληλη προσπάθεια απαιτείται να καταβληθεί για την προετοιμασία και συγκρότηση και στον κατάλληλο χρόνο διατύπωση, πρότασης του ΠΑΣΟΚ για την ανάπτυξη και τι αυτός ο όρος περιλαμβάνει. Αυτό, όχι ως γενικό κείμενο προθέσεων και ευχών, αλλά με σαφή περιγραφή στόχων και σχεδίου. Είναι, άλλωστε το μόνο ζωτικής σημασίας αίτημα και για την χώρα. Πρέπει με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, να ανοίξει η συζήτηση για την σύνθεση αναπτυξιακής στρατηγικής, όπου θα περιγράφονται επακριβώς: τα κίνητρα για περιφερειακή ανάπτυξη, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, η παραγωγή έργων σχετικών με τον χώρο της περιφέρειας, αλλά, εντεταγμένα σε ένα συνεκτικό σχέδιο, συμβατά με τα δεδομένα των διαφόρων περιοχών και προκειμένου, να υπάρξουν προτάσεις και απαντήσεις που αφορούν στο μεγάλο πρόβλημα της δημιουργίας πόλων ανάπτυξης και συγκρότηση της κινητήριας βιομηχανίας· με πρόβλεψη και προοπτική για την διασύνδεση με τις άλλες βιομηχανίες και την παραγωγή πολλαπλασιαστικών συνεπειών οι οποίες θα δημιουργούν συνθήκες επέκτασης στο σύνολο της οικονομίας. Ποιοι θα είναι εκείνοι οι γεωγραφικοί πόλοι και η κινητήριος βιομηχανία σε μια χώρα που το 65% του πληθυσμού της ζει στο Λεκανοπέδιο με συνέπεια την απολύτως άνιση δυνατότητα σε σχέση με την Περιφέρεια και την πρόκληση εξ αυτού περιοχών στην Αθήνα με έντονα στοιχεία παθογένειας, είναι σημεία που πρέπει με ουσιαστική, ενδελεχή και εις βάθος ανάλυση να συγκροτηθούν σε πρόταση και να κατατεθούν στην κρίση των πολιτών.
Τέλος, θεωρώ αυτονόητο ότι η νέα ηγεσία θα αποτάξει τον πειρασμό του ρεβανσισμού, της πρακτικής αποκλεισμών και δεν θα ενδώσει στον φόβο της ανάπτυξης συνομωσιών –δίχως αυτό να συνεπάγεται ότι θα αφεθεί να εμφανίζεται αφελής- και ότι θα βρει την κατάλληλη ισορροπία συναινέσεων, ενωτικών πρωτοβουλιών αλλά και δικαίωσης όσων μέχρι σήμερα άσκησαν την κριτική τους στην επιχείρηση διάλυσης…
λυκούργος Χατζάκος

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012


Ελληνική Εξωτερική Πολιτική
Αναγκαιότητα προσαρμογής στρατηγικών επιλογών και θεσμικών οργάνων
Μέρος Δεύτερο: αναθεώρηση και επικαιροποίηση  στρατηγικών και πολιτικών  επιλογών»

Το πρώτο μέρος του κειμένου, αφορούσε στα σχετικά με την οργανωτική δομή και διάταξη των θεσμών της εξωτερικής μας πολιτικής. Συνοπτικά, αναφέρω την επισήμανση  αναγκαιότητας περιορισμού των Αρχών Εξωτερικού, δημιουργίας αδιάβλητου και διαφανούς συστήματος επιλογής-αξιολόγησης-τοποθετήσεων των διπλωματικών υπαλλήλων, καθώς και στην προτεραιότητα αναβαθμίσεως του οργάνου σχεδιασμού πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών με παράλληλη ενίσχυση της δημιουργίας δεξαμενών σκέψεως που θα λειτουργεί ενισχυτικά στην προσπάθεια των κρατικών φορέων. Σημείωσα επίσης, ως επιβεβλημένη και πολλαπλά χρήσιμη την παραγωγή εκπαιδευτικού έργου προς ευρύτερη χρήση, εις τρόπον ώστε να γίνονται κατανοητά θέματα εξωτερικής πολιτική της χώρας από την πλειοψηφία των πολιτών, προκειμένου και αυτοί με την σειρά τους, ενημερωμένοι, να προσφέρουν την αναγκαία στήριξη στην υλοποίησή της.
Στο δεύτερο μέρος του κειμένου, στόχος είναι να θιγούν κάποια σημεία που αμελούνται ή παρακάμπτονται ή συνιστούν αστοχίες της εξωτερικής μας πολιτικής. Έχει αναφερθεί σε όλους τους τόνους, ότι ο σχεδιασμός της πολιτικής μας στον διεθνή στίβο, οφείλει να αποστεί από την μονοδιάστατη Ευρωκεντρική οπτική. Δεδομένων των πολιτικών ηθών μας, περάσαμε από τις αρνήσεις της πρώτης περιόδου ένταξης, στο ακριβώς αντίθετο άκρο. Εξαρτήσαμε την όλη μας θεώρηση των εξωτερικών σχέσεων σε μονοδιάστατη ευρωκεντρική λογική με συνέπεια τούτο, να περιορίζει την ανάπτυξη εθνικής και επεξεργασμένης στρατηγικής πολιτικής, γεγονός απαραίτητο, εν όψει και των αλλαγών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά την 10ετία του 1990.
               Η αρχή της δεκαετίας αυτής, συνοδεύτηκε από την ύπαρξη γεγονότων που οδήγησαν στην ανακατάταξη του παγκόσμιου status (πτώση του τείχους το 1989, διάλυση της ΕΣΣΔ και η πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης), με την ταυτόχρονη επικράτηση των σοσιαλδημοκρατών στην Δύση· οι σοσιαλιστές με τον Phelippe Gonzalez στην Ισπανία, η κεντροαριστερά με τον Massimo Dalema στην Ιταλία, και κυρίως η κυριαρχία των Εργατικών του Tony Blair στο Ηνωμένο Βασίλειο) και στις  Η.Π.Α. των Δημοκρατικών του Bill Clinton, αναμφισβήτητα υπήρξαν οι σημαντικοί παράγοντες στα πρώτα βήματα της πορείας στην νέα, παγκόσμια συνθήκη και αλλαγή. Είναι αναμφισβήτητο ότι το 1989, αποτελεί το σημείο εκείνο όπου οριοθετείται η νέα διάκριση Ανατολής – Δύσης.
Σε αυτή τη χρονική περίοδο, ο ελληνικός μηχανισμός ανάλυσης –όποιος και αν είναι αυτός-, εμφανίζεται αιφνιδιασμένος και αμήχανος, από τις ραγδαίες εξελίξεις που προκάλεσαν ανατροπές, και δεν νομίζω ότι έχει αποκατασταθεί και σήμερα η ισορροπία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της ασυνάρτητης εξωτερικής πολιτικής και των επιπτώσεων που προκύπτουν εξ αυτού, αποτελούν τόσο η επίσκεψη του τότε ΥΠΕΞ Σαμαρά στην Αλβανία το 1990, που ως αποτέλεσμα, επέφερε την μαζική έλευση μεταναστών σε μια απροετοίμαστη να τους υποδεχθεί χώρα και η στάση του, επίσης, στην διάσκεψη της Ε.Ε. για την διάλυση της Ο.Δ. Γιουγκοσλαβίας και στο θέμα το οποίο ανέκυψε από την δημιουργία της ανεξαρτήτου FYROM.  Το ότι η κακή ή εν πάση περιπτώσει, ασύντακτη διαχείριση των διεθνών θεμάτων της χώρας, οδήγησε στην περίπτωση αυτή σε πτώση της Κυβέρνησης, δεν είναι απόδειξη των επιπτώσεων μιας κακής διαχείρισης θεμάτων εξωτερικής πολιτικής και στο εσωτερικό;
Με δεδομένη την δημοσιονομική δυσχέρεια, εκτιμώ ότι υπάρχουν τα περιθώρια για βελτιώσεις και αναθεωρήσεις στις λανθασμένες εκείνες επιλογές οι οποίες, αν δεν έχουν επιφέρει μη ανατάξιμες βλάβες, έχουν προκληθεί επιπλοκές και δυσκολίες στην διαχείριση της εικόνας και των υποθέσεων της χώρας στο εξωτερικό. Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική κυριαρχείται από παθογένειες όπως αυτές που έχουν ρίζες σε εμμονές ιστορικής προελεύσεως, ανεπαρκή σχεδιασμό στρατηγικής στον μέσο ή μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, ελλείμματα στην ανάλυση και αντιφάσεις με παράλληλη αδυναμία τηρήσεως μιας συντεταγμένης συνεκτικής και συνεχούς γραμμής, ενώ ο δυσλειτουργικός και μη αποτελεσματικός –όπως προανεφέρθη κατά το πρώτο μέρος του κειμένου-, μηχανισμός διαχειρίσεως των εξωτερικών υποθέσεων, μεγεθύνει τα μειονεκτήματα και σμικρύνει τα όποια θετικά σημεία.
Κατ’ αρχάς πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα, το ζήτημα της επίλυσης των ανοικτών θεμάτων με τις γειτονικές χώρες. Οι λύσεις οι οποίες θα επιλεγούν, προδήλως, πρέπει να τυγχάνουν ευρείας αποδοχής από την κοινωνία. Τούτο, αφ’ ενός γιατί δεν πρέπει να προκαλούνται αντιδράσεις και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες θα ερμηνεύονται ως ενδείξεις αβεβαιότητος και αδυναμίας της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και αφ’ ετέρου διότι, όπως είναι κοινή παραδοχή, ότι καμία εξωτερική πολιτική, ακόμη και αυτή με τον καλύτερο σχεδιασμό, δεν είναι δυνατόν να επιτύχει εάν δεν υπάρχει η στήριξη της κοινής γνώμης προς αυτήν, τόσο στην χώρα η οποία εφαρμόζει όσο και στην χώρα όπου μέλλει να εφαρμοσθεί. Αυτό το τελευταίο, συνεπάγεται και την ανάγκη συνεκτιμήσεως των θέσεων και των άλλων χωρών καθώς τα κράτη σχεδιάζουν πολιτική με βάση τα συμφέροντά τους και όχι το συναίσθημα ή ευήκοες μυθοπλασίες. Πάντοτε επί τη βάσει αρχών και αξιών, αλλά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επικρατεί το θυμικό, έναντι της λογικής ανάλυσης και των πραγματικών δεδομένων.
Ατυχώς, η κρατούσα πρακτική μεταθέσεως της επιλύσεως των προβλημάτων σε επόμενο χρόνο –πρακτική που επικρατεί σε όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτικής και σε άλλα ζητήματα, εσωτερικού ενδιαφέροντος-, οδηγεί εν τέλει σε αδράνεια και συντηρεί ανοικτά εθνικά ζητήματα με τις γειτονικές χώρες, που έχουν περιέλθει σε χρόνια κατάσταση. Θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπ’ όψιν ότι η διαιώνιση σειράς εκκρεμοτήτων δίδει πολύτιμο χρόνο στην άλλη πλευρά και παραλλήλως, επηρεάζει αρνητικά, δημιουργείται κακή προδιάθεση στην διεθνή κοινότητα με την προβολή της χώρας ως «στριφνής γεροντοκόρης», η οποία γκρινιάζει με όλους και όλα αδιακρίτως, δίχως να επιδιώκει επίλυση των προβλημάτων της, αλλά, απλώς συντηρεί τις αφορμές για την γκρίνια της ως ζωτικής σημασίας πρακτική αυτεπιβεβαίωσης ή και αυτοϊκανοποίησης. Τα σημεία τα οποία, κατά την κρίση μου πάντοτε, χρίζουν παρεμβάσεων διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες. Εκείνα που αφορούν στον προσανατολισμό και διεκδικήσεις συναφείς με το παγκόσμιο περιβάλλον και σε εκείνα, που αφορούν στις σχέσεις με τις γύρω χώρες.
Στην πρώτη κατηγορία  περιλαμβάνονται α) η περίπτωση της εμμονής στην μονοδιάστατη ευρωκεντρική προσέγγιση, η οποία περιορίζει την ευελιξία της χώρας κατά την κίνησή της στο διεθνές πεδίο και β) η στερεότυπη προσήλωση στην βαρύτητα, που θεωρητικά μόνον, έχει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, κάτι που εκ των πραγμάτων δεν υφίσταται. Επί παραδείγματι, πόσα ψηφίσματα των Η.Ε. υλοποιήθηκαν για το Κυπριακό, σε τι εμπόδισε ο Οργανισμός την επέμβαση των Η.Π.Α. και του Συνασπισμού (Coalition) στο Ιράκ και πλείστα όσα παραδείγματα. Είναι προφανές, πως δίχως εκτελεστική δυνατότητα και ισχύ επιβολής κυρώσεων, αυτοδικαίως και μονομερώς από τα Η.Ε., δεν είναι δυνατόν να έχουν βαρύνοντα θεσμικό ρόλο στην διεθνή σκακιέρα, αλλά, χρησιμοποιούνται και ο μηχανισμός τους ενεργοποιείται, μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνεται ότι εξυπηρετεί τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες και καθορίζουν το παγκόσμιο παιχνίδι. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί η στρατηγική διαμορφώσεως συμμαχιών και ανευρέσεως υποστηρικτών σε άλλες οργανωμένες δομές της διεθνούς κοινότητας, όπως π.χ. της ομάδας G20 (παρακαλώ, αυτό το σημείο να συγκρατηθεί καθώς είναι συναφές και με την τακτική της Τουρκίας),  διότι εκεί λαμβάνονται σημαντικές και καθοριστικές αποφάσεις και παρά το καθεστώς «άτυπης συγκρότησης», η ομάδα αυτή είναι εκείνη που έχει τον βαρύνοντα ρόλο στην διαμόρφωση των παραμέτρων στις εξελίξεων του παγκόσμιου χώρου. Δηλαδή, απαιτείται σχεδιασμός που θα επιδιώκει να στοχεύει στην υπερεθνική συνεργασία. Είναι ενδεικτική η ελαφρότητα στην αντιμετώπιση των σχέσεων αυτών με άλλες χώρες -οι οποίες και μεγάλες αγορές και ισχυρές είναι-, αν σκεφθούμε ότι παρά την υπογραφή της κατάλληλης συμφωνίας με την Κίνα και ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών αυτής της χώρας διαθέτει ειδική διεύθυνση για την Ελλάδα, στελεχωμένη με περισσότερους  των 10 Διπλωματικούς, οι οποίοι έχουν άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και σημερινής πραγματικότητας εφ’ όσον οι περισσότεροι εξ αυτών διαθέτουν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών από Ελληνικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν υπάρχει ούτε ένας Σινομαθής Διπλωματικός. Για ποια χώρα είναι πιο σημαντική η δημιουργία ισχυρών δεσμών άραγε? Βέβαια πως θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε και να αναπτύξουμε δράση σε αυτό το επίπεδο όταν αδυνατούμε να το πράξουμε για ζητήματα  με γειτονικές χώρες. Ακολούθως, παραθέτω κάποια θέματα που θεωρώ ότι χρίζουν παρεμβάσεων και αναφέρω μερικές πρώτες βασικές σκέψεις επ’ αυτών:
Αλβανία: Η σχέση καλής γειτονίας και ανάπτυξη ουσιαστικών και ισχυρών σχέσεων και δεσμών με την Αλβανία, έχουν ιδιαίτερη σημασία και κρισιμότητα, γιατί παρά το μικρό μέγεθός της, πρέπει να αντιληφθούμε ότι από μιας αρχής, είναι απολύτως αποδοτική και συμφέρουσα η ανάπτυξη συμμαχιών στην περιοχή και συντελούν καθοριστικά στην προβολή της καλής εικόνας της χώρας στην διεθνή κοινότητα. Η μονομερής στροφή της κοινής γνώμης προς την Σερβική πλευρά κατά την διάρκεια της κρίσεως στο Κοσσυφοπέδιο, δημιούργησε στεγανά και εχθρότητες. Η αντιμετώπιση της περιόδου αυτής, αποτυπώνει χαρακτηριστικά την αφέλεια και θυμικότητα με τις οποίες προσεγγίζουμε τα θέματά μας. Το δημιουργούμενο κακό κλίμα έναντι των Αλβανών μεταναστών εκείνη την περίοδο (1999-2000), δεν επέτρεψε μια ψύχραιμη ανάγνωση της πραγματικότητας, και μονομερώς υποστηρίχθηκε η Σερβική πλευρά. Δεν είναι θέμα που μπορεί να αναλυθεί εδώ, αλλά, αυτό ήταν τραγικό σφάλμα, καθώς αποστέρησε από την φαρέτρα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, την αξιοποίηση της Αλβανικής συνιστώσας της FYROM, προκειμένου να δημιουργηθούν ευνοϊκοί, για την ελληνική πλευρά, όροι στο θέμα της ονομασίας.
Επιπροσθέτως, ο μεγάλος αριθμός Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα και η ύπαρξη της ελληνικής εθνικής μειονότητας στον Νότο της Αλβανίας, ενώ θα μπορούσαν να είναι εργαλεία και γέφυρες επικοινωνίας, έχουν καταλήξει να θεωρούνται –εξ αιτίας κακών χειρισμών και από τις δύο πλευρές-, αγκάθια στις μεταξύ μας σχέσεις. Επιπροσθέτως η αμήχανη αντιμετώπιση του ζητήματος αποζημιώσεων των περιουσιών των τσάμηδων, από την ελληνική πλευρά, επιτρέπει την κατά περιόδους χρησιμοποίησή του από κύκλους που δεν επιθυμούν την προσέγγιση Ελλάδος και Αλβανίας, προκειμένου να δημιουργούνται εντάσεις στις διμερείς σχέσεις μας. Πρέπει να κατανοηθεί ότι η αποδοχή και ένταξη μειονοτικών ομάδων ή ομάδων μεταναστών, σε μια χώρα, είναι μια σύνθετη και μακρά διαδικασία και αποτέλεσμα αμφίδρομης προσπάθειας και πρωτίστως εκούσιας διεργασίας. Ουδόλως, επομένως εξυπηρετεί σήμερα -και μάλιστα εν όψει της Ευρωπαϊκής προοπτικής-, η διατήρηση των υψηλών τόνων και η αναμόχλευση παθών, πρακτική που εδράζεται σε κενές εθνικιστικές αιτιάσεις, απευθύνονται στα πλέον ταπεινά ένστικτα των πολιτών, ανασύρουν τον φόβο και ως παραγόμενο προϊόν έχουν την αναζωπύρωση των εθνικιστικών, ανόητων, περιττών και για τις δύο χώρες, απόψεων και συμπεριφορών. Η πολιτική μας εδώ, πάντοτε σε συνεννόηση και συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες ομάδες, πρέπει να ανασυνταχθεί. Το τσάμικο, είναι ένα ακόμη δείγμα των κακών χειρισμών μας. Η αδράνεια επέτρεψε την χειριστική δυνατότητα της αλβανικής πλευράς, καθώς μια ομάδα 50 εναπομεινάντων γερόντων, τρέπουν σε φυγή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψής του, ενώ η εδώ έλευση του Προέδρου ή άλλου αξιωματούχου των Η.Π.Α., δικαιολογεί απολύτως και δικαίως την πυρπόληση του Αθηναϊκού κέντρου και τον αποκλεισμό της πόλης. Προφανώς και οι αιτιάσεις για αποζημιώσεις περιουσιών στερούνται σοβαρότητας –σημειώνεται ότι δεν υφίστανται  διεκδικήσεις εδαφικών εκτάσεων, αλλά, αποζημιώσεων-, καθώς παρόμοια ζητήματα έχουν απαντηθεί και λήξει οριστικά προ πολλών ετών σε διεθνές επίπεδο. Η απάντηση είναι απλή: όποιος κρίνει ότι αδικείται ας προσφύγει σε διεθνή όργανα απονομής δικαίου. Δεν είναι δυνατόν όμως τέτοια ζητήματα να τίθενται στην ατζέντα, επίσημη ή μη, των διμερών σχέσεων. Πέραν πάσης αμφιβολίας, και σε κάθε περίπτωση, είναι επιβεβλημένη η αλλαγή στρατηγικής στην προσέγγιση με την Αλβανική πλευρά, διότι αδικεί την χώρα μας, ακόμη και αυτή η ουδετερότητα στις μεταξύ μας σχέσεις και λόγω υψηλού ενδιαφέροντος και λόγω της γειτνιάσεως.
               Εδώ ας συγκρατηθεί και η αντιφατική θέση για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου, του οποίου, ναι μεν δεν αναγνωρίζουμε την ανεξαρτησία, αλλά παρέχουμε εγγυήσεις για την ενταξιακή του προοπτική στην Ε.Ε. και τους Διεθνείς Οργανισμούς.

FYROM: Η χαίνουσα πληγή για την ονομασία της χώρας αυτής, η οποία προέκυψε από την διάσπαση της πρ. Ο.Δ. Γιουγκοσλαβίας και επί ημερών της οποίας είχε την ονομασία «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» χωρίς την υποβολή ενστάσεων από την Ελληνική πλευρά, και δίχως να υπάρχει προετοιμασμένο έστω και ως άσκηση, κάποιο σενάριο για παρόμοια εξέλιξη, αλλά, κυρίως δίχως να υπάρξει διαπραγμάτευση εντός της Ε.Ε. σχετικά με την αποδοχή από την ευρωπαϊκή οικογένεια της Γιουγκοσλαβίας και την αναγνώριση των νέων κρατών που προέκυπταν από την αποσκίρτηση των ομόσπονδων δημοκρατιών της. Επελέγη η πρόδηλα αδιέξοδη και άνευ ουσίας αντιπαράθεση περί της ονοματολογίας, θέση που περιέχει αδυναμίες, καθώς δεν είναι εύκολο να πειστεί η διεθνής γνώμη γιατί μια νέα χώρα δεν μπορεί να διατηρήσει το όνομα που είχε επι μια προηγούμενη 50ετία και ενώ τα 2/3 περίπου της εκτάσεώς της είναι τμήμα της Μακεδονίας. Εκ των υστέρων, προβάλλουν ως σώφρονες επιλογές εκείνες που υπαγόρευαν την διατήρηση επιθετικού προσδιορισμού (γεωγραφικού ή εθνολογικού) στο όνομα της χώρας και  αποτροπή οικοιοποιήσεως από την ηγεσία των Σκοπίων της συνέχειας του Μακεδονικού έθνους και της καπηλείας της ιστορίας. Σήμερα, η ακολουθούμενη τακτική, από την Ελλάδα, οδήγησε στην κατάσταση «ο κόσμος να το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι», καθώς σε έγγραφα ή χάρτες διεθνών οργανισμών ή άλλων χωρών (ακόμη και εκείνων που δεν περιλαμβάνονται στις χώρες που έχουν αναγνωρίσει πλήρως την ΠΔΓΜ), η χώρα αυτή αναγράφεται και αναφέρεται ως «Μακεδονία». Μια ακόμη περίπτωση κατά την οποία οι λεονταρισμοί για εσωτερική κατανάλωση, δημιουργούν δυσάρεστη ατμόσφαιρα για την Ελλάδα, στην διεθνή πολιτική.
Τουρκία: Άφησα τελευταία την περίπτωση της Τουρκίας και διότι είναι μείζονος κρισιμότητας, αλλά και διότι έχω σε παλαιότερο ειδικότερο κείμενο περιγράψει την άποψή μου για τις μεταξύ μας σχέσεις. Το σημείο που θεωρώ πως πρέπει να συγκρατείται είναι ότι πρέπει η οπτική με την οποία εξετάζονται και καθορίζονται οι σχέσεις αυτές, είναι επιβεβλημένο να απαλλαγεί από εμμονές και φοβίες που επικρατούν στο όλο βάθος χρόνου και το γεγονός ότι το «μεγάλο» όπλο της ελληνικής εξωτερικής τακτικής, εκείνο δηλαδή περί της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, δεν είναι και τόσο ισχυρό σήμερα, καθώς η Τουρκία ως μέλος –έστω και ως παρατηρητής-, της ομάδας G20 καθίσταται πλέον άμεσος συνομιλητής των δυνάμεων στην χάραξη στρατηγικής και δεν είναι ένας απλός αποδέκτης της εφαρμογής της δικής τους πολιτικής, αλλά έχει περιθώρια παρεμβάσεων στην διαμόρφωσή της.
Το όλο θέμα, προφανώς, δεν εξαντλείται σε λίγες γραμμές, ούτε επιδέχεται απλουστεύσεις. Υπάρχουν ζητήματα που αφορούν στις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις μας, στις σχέσεις με χώρες πέραν του Ατλαντικού –και όχι μόνο με τις Η.Π.Α., αλλά και με άλλες ενδιαφέρουσες χώρες της Αμερικανικής Ηπείρου-, και με χώρες της Ασίας.
Τέλος, πρέπει να τονίσω ότι στόχος μου δεν ήταν να υποκαταστήσω τους ειδικούς επιστήμονες ή αρμόδιους, θεσμικούς χειριστές των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής. Πρόθεσή μου είναι να μεταφέρω την άποψη υποψιασμένων πολιτών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την υψηλή σημασία αλλά και τα οφέλη που συνεπάγονται από την συνεπή υλοποίηση μιας επεξεργασμένης και σοβαρής στρατηγικής εξωτερικών σχέσεων.

λυκούργος Χατζάκος

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012


Ε λ λ η ν ι κ ή   Ε ξ ω τ ε ρ ι κ ή   Π ο λ ι τ ι κ ή
Π ρ ο σ α ρ μ ο γ ή   σ τ ρ α τ η γ ι κ ώ ν   ε π ι λ ο γ ώ ν  κ α ι   θ ε σ μ ι κ ώ ν   ο ρ γ ά ν ω ν
 Μέρος πρώτο

 Η έξοδος από την κρίση, δεν επέρχεται ως θεία ανταμοιβή για τα όσα δεινά πέρασε ο λαός. Η έξοδος από την κρίση, είναι αποτέλεσμα απαραίτητων θυσιών, αλλά και ορθολογικού σχεδιασμού και συνεπών δράσεων. Ταυτοχρόνως, απαιτεί και την αξιοποίηση ή μάλλον πρωτίστως την κινητοποίηση όλων των δυνατοτήτων και των «εργαλείων» που προσφέρονται. Πιστεύω ατράνταχτα ότι ένα από τα βασικότερα αυτά, εργαλεία είναι η ενεργοποίηση και αξιοποίηση των εξωτερικών σχέσεων και των δυνατοτήτων που εξ αυτής παρέχονται. Πολλές δημοσιεύσεις υποστηρίζουν την άποψη, ότι η εξωτερική πολιτική αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την έξοδο από την κρίση και επισημαίνουν την ζωτική σημασία της ανάγκης σχεδιασμού νέας στρατηγικής, απαλλαγμένης από εμμονές και αλυτρωτισμούς. Ίσως κάποιοι το θεωρήσουν και συβαριτισμό εντός του πλαισίου της σημερινής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, αλλά, η θέση αυτή, δικαιώνεται από τα γεγονότα και προσωπικά, την ενστερνίζομαι ανεπιφύλακτα. Εάν η χώρα είχε δημιουργήσει ισχυρές και συμπαγείς συμμαχίες στην διεθνή σκηνή και ειδικότερα στο περιβάλλον της Ε.Ε., οι κακόβουλοι επικριτές μας θα είχαν και περιορισμένο ακροατήριο και μη ανεκτικό, στις αχαρακτήριστες δηλώσεις τους. Ακόμη, οι αντιδράσεις των πολιτών στην Ευρώπη και η αναπτυσσόμενη υπέρ της Ελλάδας κινητικότητα των τελευταίων ημερών θα μπορούσε να είναι πιο συντεταγμένη. Επίσης, εάν εγκαίρως είχαμε επιλύσει εκκρεμή θέματα με τις όμορες χώρες, προφανώς, θα είχε δημιουργηθεί ένας φίλιος χώρος που εν δυνάμει θα συνέβαλλε αποτελεσματικά στην προσπάθεια ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας;
Πρέπει, πάντοτε, να συγκρατείται, ότι τα κράτη παύουν να σχεδιάζουν εξωτερική πολιτική, μόνον όταν παύουν να υφίστανται. Όσον διατηρούν την οντότητά τους, έστω και υπό συνθήκες δυσχέρειας, αποτελούν δρώντα οργανισμό του διεθνούς συστήματος. Αυτό προβάλλει ως πολύ μεγαλύτερη απαίτηση στην σημερινή εποχή της παγκόσμιας κοινωνίας (την παγκοσμιοποίηση είναι θεμιτό κανείς να την κρίνει, να την δέχεται ή να την απορρίπτει, δεν μπορεί όμως να την αρνείται ως υφιστάμενη πραγματικότητα).
Επομένως, η προσπάθεια εξευρέσεως αναπτυξιακών λύσεων και ανόρθωσης της οικονομίας, συνδέεται άμεσα και υποβοηθείται καταλυτικά από την εφαρμογή μιας ορθολογικά σχεδιασμένης πολιτικής διεθνών σχέσεων της χώρας. Βρισκόμαστε στο κρίσιμο, εκείνο σημείο, όπου, πρέπει, να αναθεωρήσουμε στρατηγικές επιλογές και να θέσουμε νέους, ρεαλιστικούς-εφικτούς στόχους, να αναπροσαρμόσουμε την τακτική μας υπό την ύπαρξη νέων δεδομένων, να αναλύσουμε τα σφάλματα και να αναζητήσουμε θεραπείες, ενώ, ταυτόχρονα, απαιτείται η μεγιστοποίηση των θετικών παραγώγων από την ορθολογική αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων μας, προκειμένου να επιτύχουμε τους στόχους ή να διατηρήσουμε τα ήδη κεκτημένα και να διευρύνουμε τους ορίζοντες συνεργασιών και επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον, είτε αυτό της εγγύς γειτονίας είτε το απώτερο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που δεν πρέπει να αποδεχθούμε, είναι η απραξία, η αδράνεια και η παρατήρηση . . . διερχομένων αμαξοστοιχιών.
Η αποστολή την οποία η εξωτερική πολιτική οφείλει να υπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Μεταξύ άλλων, αυτούς της δημιουργίας περιβάλλοντος ασφαλείας για τους πολίτες με την ανάπτυξη στρατηγικής η οποία θα δημιουργεί ευκαιρίες με παράλληλες ενέργειες αποτροπής και άρσης των δυσκολιών· την διασφάλιση της καλύτερης δυνατής θέσεως στο παγκόσμιο περιβάλλον. Η επιτυχία των όλων στόχων, προϋποθέτει την κατανόηση και αξιοποίηση των αλλαγών στο διεθνές τοπίο και την επιλογή λύσεων με στόχο την συγκρότηση συμμαχιών και την δημιουργία ευρύτερου κύκλου υποστηρικτών, ο οποίος θα λειτουργήσει ως αντίβαρο έναντι των ανταγωνιστών μας.
Τούτο συνεπάγεται μεταξύ, άλλων και τον απεγκλωβισμό μας από την μονοδιάστατη θεώρηση, Ευρωπαϊκής και μόνον, οπτικής. Τολμώ να πω ότι η αντίληψη αυτή, σε κάποιο βαθμό, λειτούργησε ακυρωτικά στην ουσία του ρόλου ενός Κ-Μ της Ε.Ε., έστω και αυτού, των ελληνικών μεγεθών. Είναι αυτονόητο, πως κράτη μειωμένης, χωρικής κυριαρχίας -για οιονδήποτε λόγο και αν αυτό συμβαίνει-, δεν έχουν μεγάλα περιθώρια επιλογών και ελιγμών· από μόνη της η ένταξη σε μία γεωπολιτική ενότητα όπως η Ε.Ε. συνεπάγεται αυτομάτως την αποδοχή εκχωρήσεως κυριαρχικών δικαιωμάτων, εντάσσοντας και προσαρμόζοντας τον εθνικό σχεδιασμό σε μία κοινή πολιτική· αυτό δεν σημαίνει επικυριαρχία κέντρων, άλλων, έξω από εκείνο της λήψης αποφάσεων σε εθνικό επίπεδο -καθώς η ένταξη στην ενότητα αυτή, προέκυψε με την συναίνεση του κράτους-μέλους-, αλλά προσαρμογή του εθνικού προσδοκώμενου αποτελέσματος στην κοινή προσπάθεια. Συνακόλουθα, δεν πρέπει να εγκαταλείπεται η επιδίωξη προσεγγίσεως και αναπτύξεως σχέσεων και συναλλαγών με τρίτες χώρες, αλλά και η περαιτέρω καλλιέργεια των ήδη υπαρχόντων.
Η Ελλάδα, τόσον από γεωπολιτική όσο και από ηθική οπτική, αποτελεί έναν ιδιαίτερο κρίκο στο Παγκόσμιο σύστημα. Ως εκ συστάσεως, είναι αμιγώς Εθνικό Κράτος και το δεδομένο αυτό, συνεπάγεται πλεονεκτήματα -κυρίως αυτό της εσωτερικής συνοχής-, αλλά και σημεία τα οποία πρέπει να διαχειρισθεί προσεκτικά και να αναλύσει με σύγχρονα εργαλεία, αντλώντας ιδέες από την διαχείριση την οποία κάνουν ορισμένα νεώτερα, πολυπολιτισμικά και πολυεθνικά κράτη. Είναι ευνόητο, ότι ένα Κ-Μ της Ε.Ε. λειτουργεί ως τμήμα ενός συνόλου, μιας ομάδας, δίχως να αφίσταται της οντότητάς του. Συνεπώς, είναι αναγκαίο και πολλαπλά χρήσιμο τα διεθνή ζητήματα να αναλύονται και να εξετάζονται υπό το πρίσμα παγκόσμιας θεώρησης και όχι μεμονωμένα· τούτο, προσδίδει, αν μη τι άλλο, πολλαπλές δυνατότητες επιλογών και συγκρότησης συμμαχιών στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον. Προαπαιτούμενο είναι η ύπαρξη εθνικού σχεδιασμού, ο οποίος θα υπηρετείται με συνέχεια και συνέπεια από τα θεσμικά όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η ευθύνη εφαρμογής της πολιτικής και της εν γένει διαχειρίσεως των διεθνών υποθέσεων της χώρας.


 Ατυχώς και για ακατανόητους λόγους, το ελληνικό ΥΠΕΞ, υποβάθμισε το ΕΚΑΣ1 ειδικά κατά τη τελευταία 5ετία-6ετία καθώς και την Επιτροπή Διαχειρίσεως Κρίσεων και το κενό είναι εμφανές· αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η ΕΕΠ2, μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, αιφνιδιάστηκε και η ανυπαρξία αναλυτικών δομών, αποστέρησαν την δυνατότητα εξευρέσεως εγκαίρων απαντήσεων και ισορροπιών στην νέα εποχή καθώς και λύσεις σχετικά με τα καινούρια προβλήματα που ανέκυψαν από την πτώση της ΕΣΣΔ και των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Δεν έγινε καμία κίνηση για την δημιουργία κάποιων think tanks, πλην κάποιων κομματικά εξαρτώμενων φορέων, οι οποίοι όμως μάλλον άλλους σκοπούς εξυπηρέτησαν και καλούνται να εξυπηρετήσουν παρά τον σκοπό της παραγωγής ιδεών και μελετών με πρακτικό αποτέλεσμα, εις τρόπον ώστε να χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό πολιτικής για την στρατηγική της χώρας στον διεθνή στίβο. Είναι δε και ελεγχόμενη η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος σε διάφορες Μ.Κ.Ο., οι οποίες ουδέν μπόρεσαν να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελος της χώρας –με την συνέργεια της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου φυσικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα λυπηρό, γιατί έχει παραχθεί έργο (Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Κοσσυφοπέδιο, Ιράκ και αλλού). Όμως, αυτό έγινε ασύντακτα, δίχως στόχο και σχέδιο και η πολιτική που ακολουθήθηκε στην μετέπειτα περίοδο, δεν ήταν συμβατή με αυτές τις προσπάθειες3.

Εξ όλου συνειρμού, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη άμεσης αναδιαρθρώσεως και προσαρμογής στα νέα δεδομένα, οικονομικά και πολιτικά, όχι μόνον της στρατηγικής και του σχεδιασμού της, αλλά και των θεσμικών οργάνων αναλύσεως και υλοποιήσεως της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς και το κόστος είναι ένα σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, αλλά και η απόδοση πραγματικού αποτελέσματος, πρέπει να μας απασχολήσει ουσιαστικά.
Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στο οργανόγραμμα του ΥΠΕΞ, θα αποκομίσει την αίσθηση πως η ίδρυση και διατήρηση Αρχών Εξωτερικού, έχει γίνει με στόχο την εξυπηρέτηση των διπλωματικών υπαλλήλων, προκειμένου αυτοί να βρουν μία θέση στην οποία θα εισπράττουν το επίδομα αλλοδαπής. Διερωτώμαι, τι ακριβώς εξυπηρετεί η ύπαρξη 151 Πρεσβειών ή Γενικών Προξενείων, σε χώρες που ούτε τα συμφέροντα της χώρας μας, ούτε η απόσταση, ούτε καν και αυτή η παρουσία ομογένειας δεν δικαιολογεί την διατήρηση δαπάνης για την ύπαρξή τους, ενώ άλλες χώρες με δυνατότητες πολλαπλάσιες αυτών των ελληνικών και αναλογικά με το μέγεθος και τον ρόλο τους στο διεθνές σύστημα, διατηρούν κατά πολύ μικρότερο αριθμό Αρχών στο εξωτερικό. Τι εξυπηρετεί στην Γερμανία, επί παραδείγματι, η ύπαρξη και Πρεσβείας και 4-5 Γενικών Προξενείων, όταν πλέον υπάρχει ο ενιαίος εδαφικός χώρος της Ε.Ε. και η ανάπτυξη του διαδικτύου δίνει την δυνατότητα επιλύσεως θεμάτων διοικητικής φύσεως άμεσα, ταχύτατα και δίχως να απαιτείται η προσωπική προσέλευση του ενδιαφερομένου; (Επ’ αυτού ίσως είναι χρήσιμη η ανάπτυξη προβληματισμού σχετικά με την δημιουργία δύο κατευθύνσεων στην Διπλωματική Ακαδημία, πολιτική και διοικητική). Επιπροσθέτως, δεν είναι άξιον απορίας η διατήρηση Πρεσβειών και στις τρείς χώρες της Βαλτικής, έτι περεταίρω όταν αυτές είναι Κ-Μ της Ε.Ε., ή σε άλλες στην Αφρικανική Ήπειρο; Πρώτο βήμα λοιπόν, πρέπει να είναι ο περιορισμός των Αρχών στον αριθμό των απολύτως απαραιτήτων με την παράλληλη αναβάθμιση της Εσωτερικής Υπηρεσίας, προκειμένου να παρακολουθείται η επικαιρότητα και οι εξελίξεις σε χώρες όπου τα ενδιαφέροντά μας δεν είναι μεν άμεσα, αλλά, συνδέονται με άλλες δραστηριότητες ή στρατηγικές επιδιώξεις. Υπάρχουν και οι παράλληλες διαπιστεύσεις ή η εκχώρηση εκπροσώπησης σε άλλη χώρα της Ε.Ε., πράξεις που θα μειώσουν σημαντικά το κόστος4 συντήρησης που επωμίζονται ο Έλληνες πολίτες. Αυτό, θα έχει ως ευεργετικές συνέπειες και την εκπροσώπησης σε υψηλότερο επίπεδο αλλά και την αύξηση του αριθμού διαθεσίμων διπλωματικών, προκειμένου να στελεχωθούν κρίσιμες Αρχές, όπου σήμερα παρουσιάζονται κενά.
Συνεπώς, άμεσα είναι απαραίτητη η ενδελεχής επισκόπηση και ιεράρχηση προτεραιοτήτων σχετικά με την παρουσία μας στο εξωτερικό, επί τη βάσει στρατηγικού σχεδιασμού προσαρμοσμένου στην στρατηγική και τους στόχους μας. Αυτό τάχιστα, πριν μας το επιβάλλει κάποιος κύριος Σόϊμπλε ή Τρόϊκα και ερεθίσουν εκ νέου η εθνική υπερηφάνειά μας.
Μια άλλη παράμετρος κρίσιμη και καθοριστική είναι η διαμόρφωση της πολιτικής και της λήψης αποφάσεων, η οποία παράμετρος είναι συνάρτηση της μεθόδου επιλογής τόσο των εισακτέων, όσο και των προαγωγών και τοποθετήσεων των διπλωματικών. Πρέπει να προβούμε στην εφαρμογή συστήματος απηλλαγμένου από τις γενετήσιες παθογένειες της Διοίκησης και κατά το δυνατόν με διακομματική εποπτεία, τουλάχιστον κατά τα αρχικά στάδια εφαρμογής, διότι, δεν είναι σοβαρό και χρήσιμο να τοποθετούνται οι διπλωματικοί με γνώμονα το τι θα ακουστεί ευχάριστα στα αυτιά της πολιτικής ηγεσίας, γιατί από αυτήν εξαρτάται και η τοποθέτηση και η εξέλιξή τους. Αυτή η πρακτική, δημιουργεί περιττές και επαχθείς δυσλειτουργίες στην εκτέλεση της αποστολής του ΥΠΕΞ, αντιπαλότητες μεταξύ των υπαλλήλων, αποσιώπηση σκέψεων και ιδεών που η εφαρμογή ή συνεκτίμησή του θα οδηγούσαν, εν δυνάμει, σε άκρως αποδοτικές μεθόδους διαχείρισης και αποτελέσματα.
Έχω την αίσθηση, ότι πρέπει με πολύ γοργούς ρυθμούς να επανεξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας των θεσμικών φορέων της εξωτερικής πολιτικής μας και να αναβαθμίσουμε ουσιαστικά τον ρόλο των ερευνητικών δομών που αυτή διαθέτει. Παραλλήλως δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι καμία πολιτική διεθνών σχέσεων δεν είναι υλοποιήσιμη, εάν δεν υπάρχει η συνέργεια και η αποδοχή της κοινής γνώμης τόσον του κράτους που επιχειρεί να την εφαρμόσει, όσο και του κράτους που είναι ο εν δυνάμει αποδέκτης της. Τούτο συνεπάγεται την αξιοποίηση και ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών –πάντοτε μετά από ουσιαστική και σοβαρή αξιολόγησή τους-, καθώς και την ενίσχυση δημιουργίας ή/και ανάπτυξης ερευνητικών ιδρυμάτων, πέραν από κάθε εξάρτηση με την εκάστοτε πολιτική εξουσία και προστατευμένων από κάθε κρατική παρέμβαση.
Αυτών ο ρόλος θα πρέπει να είναι διττός. Αφ’ ενός να σκοπούν στην ανάλυση και την διαμόρφωση προτάσεων επιλογών πολιτικής, αλλά και παραλλήλως να παράγεται εκπαιδευτικό έργο επί των θεμάτων αυτών, εύληπτο και αξιοποιήσιμο για την επιμόρφωση των πολιτών και την κατανόηση των παραμέτρων που οδηγούν στην Α΄ ή την Β΄ επιλογή.
Συνεχίζεται
                                λυκούργος Χατζάκος
1 Εθνικό Κέντρο Σχεδιασμού Στρατηγικής

2 Ελληνική Εξωτερική Πολιτική

3 Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Αλβανίας. Κατά την περίοδο της κρίσεως των πυραμίδων, εκτελέσθηκαν προγράμματα από ελληνικές Μ.Κ.Ο., ύψους πολλών εκμ. ECU. Με την πολιτική που ακολουθήθηκε μετέπειτα καθώς και την πολιτική για την μετανάστευση, οι σχέσεις μας με την χώρα αυτή επιδεινώθηκαν σημαντικά.

4 Το κόστος για την διατήρηση μιας Εξωτερικής Αρχής –Πρεσβείας ή Γενικού Προξενείου, περιλαμβάνει εκτός από ενοίκια και λοιπά λειτουργικά έξοδα για τα κτήρια, δαπάνες για την κατοικία του επικεφαλής της αποστολής, δαπάνες μετεγκατάστασης και μετακίνησης, επίδομα αλλοδαπής και άλλα ειδικά επιδόματα για τους διπλωματικούς και διοικητικούς υπαλλήλους, τεχνικούς επικοινωνιών, επιτόπιο προσωπικό κ.λπ.