Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε την εξουσία εξ εφόδου αλλά… έχει μέλλον -koolnews.gr- 26 Σεπτεμβρίου 2015



Οι εκλογές τελείωσαν, η Δημοκρατία νίκησε –αν και η Ζωή εγείρει αντιρρήσεις- και η νέα Κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει κρίσιμα ζητήματα, τα οποία δεν θα αφορούν στην πολιτική της επιβίωση μόνον, αλλά και στην προοπτική βιωσιμότητας της οικονομίας και της χώρας. Αυτό ίσως ακούγεται λίγο «κλισέ», αλλά είναι η πρώτη φορά που ισχύει σε τόσο κρίσιμο βαθμό.
Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι, το αποτέλεσμα των εκλογών είναι μια καθαρή και ισχυρή επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί, οι διάφοροι εκπρόσωποί του να στηλιτεύουν τις δημοσκοπήσεις, αλλά, η εικόνα ντέρμπυ που εμφάνιζαν οι μετρήσεις εκτιμώ ότι περισσότερο τον ωφέλησαν -και τον κυβερνητικό του εταίρο-  παρά τον έβλαψαν.
Και ενώ, ο προεκλογικός θόρυβος δεν έχει ακόμη, πλήρως, καταλαγιάσει, το πρώτο δείγμα γραφής με την υπόθεση Καμένου δεν είναι και το καλύτερο. Ο βουλευτής της Β΄ Πειραιά  κέρδισε την θέση του στο ρεκόρ Γκίνες, ως ο ταχύτερα αποπεμθείς υπουργός.
Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι τόσο εξόφθαλμη που αφήνει περιθώρια σε κακόπιστους κριτές να αναπτύξουν θεωρήσεις περί ακραία επικίνδυνου θεσμικού παιγνίου του Πρωθυπουργού και του κυβερνητικού του εταίρου. Ότι, δηλαδή, επιτρέπουμε ένα λάθος, ώστε κατόπιν να αναδείξουμε την τόλμη αποδοχής του και άμεσης θεραπείας του. Αυτό ακούγεται δελεαστικό, λαμβανομένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι προ των εκλογών, υπήρξε σοβαρό επεισόδιο μεταξύ της εκπροσώπου των ΑΝΕΛ και του συγκεκριμένου βουλευτή, με αφορμή τα συγκεκριμένα, επίμαχα  … τιτιβίσματά του. Βέβαια, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα επρόκειτο για έναν σοβαρό ηγέτη και μία σοβαρή κυβέρνηση.

Επίσης δυσάρεστη εικόνα παρουσίασε η ενέργεια των Τσίπρα-Καμένου, να σπεύσουν να αναγγείλουν τον σχηματισμό κυβερνήσεως πριν ανακοινωθούν τα επίσημα αποτελέσματα από το Υπουργείο Εσωτερικών. Τούτο εγγίζει τα όρια της θεσμικής απρέπειας. Η σπουδή του Π. Καμένου να αναγγείλει, προ παντός, ως δεδομένο το κυβερνητικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε συνδυασμό με τις εκρηκτικές δηλώσεις του το ίδιο βράδυ των εκλογών με απειλές περί φυλακίσεων –άραγε κατάγεται από την Πυθία και γνωρίζει το αποτέλεσμα της δικαιοδοτικής διαδικασίας, αν καταλήξει κάποια υπόθεση στο δικαστήριο-, διώξεων και εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων («θα τους τελειώσω»), μέσων ενημέρωσης, δημοσιογράφων και εταιρειών μετρήσεων της κοινής γνώμης, λειτουργεί απολύτως αποτρεπτικά για κάθε εγχείρημα συναινέσεως και ομοψυχίας, στοιχεία που sine qua non προϋποθέσεις για την συνέχεια της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.
Και αν αυτό είναι κατανοητό για έναν πολιτικό με το προφίλ του αρχηγού των ΑΝΕΛ, απογοητεύει το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας, στο εκλογικό κέντρο του ΣΥΡΙΖΑ του επέτρεψε να εμφανισθεί και να πανηγυρίζει μαζί του στην εξέδρα.
Νομίζω πως είναι σφάλμα του Πρωθυπουργού η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ υπό τον Π. Καμένο, με τον συγκεκριμένο πολιτικό λόγο. Κατ’ αρχάς, εμφανίζεται ως αγενής καιροσκόπος, γιατί η υποστήριξη που έλαβε από τις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και από το ΠΟΤΑΜΙ –αναφέρω ειδικά τα δύο, αυτά κόμματα ως συγγενείς προς τον ΣΥΡΙΖΑ κεντροαριστερούς σχηματισμούς-, διέσωσαν το κύρος του και την πολιτική του ύπαρξη, αναπληρώνοντας την απώλεια των 30 εδρών που είχε από το ίδιο του το κόμμα.
Είχε λοιπόν μετεκλογικά, ο Πρωθυπουργός, κάθε δίκαιο και κάθε δυνατότητα να προκαλέσει έναν ιδεολογικά συνεχή και ευρύτερο κυβερνητικό σχηματισμό της κεντροαριστεράς. Το εγχείρημα αυτό, θα είχε κάθε λόγο να επιτύχει, μιας και η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, έχει σε σημαντικό βαθμό μειώσει την ένταση, την οποία προκαλούσε η προηγούμενη ηγετική ομάδα. Ακόμη, θα έθετε σημαντικούς περιορισμούς στον ανεκδιήγητο «ανεξέλεγκτο» ηγέτη, ο οποίος ως κουτοπόνηρος επαρχιώτης, φροντίζει να δυναμιτίζει –με ανοχή Τσίπρα-, κάθε προσπάθεια σύγκλισης κεντροαριστερών δυνάμεων, μιας και είναι δεδομένο ότι η ανασύνθεση της κεντροαριστεράς, δίχως το αντίστοιχο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
Ίσως, η δυσκολία να σχηματισθεί μία, ήδη από το βράδυ των εκλογών αναγγελθείσα, κυβέρνηση -υπόθεση που ενισχύει η ανακοίνωσή της αργά το βράδυ της 3ης μετεκλογικής ημέρας-, σηματοδοτεί πιθανώς την παρουσία σημείων τριβής των δύο κυβερνητικών εταίρων ή/και αναγνώριση εκ μέρους του Πρωθυπουργού του σφάλματος της εμμονής σε αυτήν την συνεργασία, δεδομένης και της εκπεφρασμένης δυσθυμίας και αντιδράσεων διεθνών παραγόντων.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα Κυβέρνηση δεν πρέπει να επαναπαυθεί στις νικητήριες ιαχές των οπαδών της και στις δάφνες της και η πραγματικότητα δεν επιτρέπει άλλες φαντασιώσεις. Ενώπιον της βρίσκονται σημαντικά ζητήματα, όπως αυτό της φορολόγησης των αγροτών, ο ΦΠΑ στα νησιά, κίνδυνοι κατάρρευσης του συστήματος των 100 δόσεων λόγω μεταβολής των ρυθμιστικών κανόνων και κυρίως, όπως έγινε προσφάτως γνωστό,  των αδυναμιών μεγάλων επιχειρήσεων να διαχειρισθούν τα δάνειά τους. Ο οικονομικός συντάκτης του ρ/τ σταθμού ΣΚΑΪ κος Φιλιππίδης είχε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ. Σύμφωνα με αυτό, όπως προκύπτει από τα crash tests των τραπεζών, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις θα υποχρεωθούν να συρρικνωθούν με αποτέλεσμα όχι μόνον  την δημιουργία περίπου 200.000 νέων ανέργων, αλλά και την επίδραση που θα έχει αυτή η συρρίκνωσή τους σε πλειάδα μικρότερων επιχειρήσεων οι οποίες βρίσκονται στον κύκλο εργασιών τους.

Ο κος Τσίπρας, επανεξελέγη, βέβαια, με σημαντική διαφορά, αλλά, μην παραβλέπεται ότι το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία ηττήθηκαν, γιατί εφήρμοσαν «μνημόνιο». Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου ψήφισε μόνο και έχασε σχεδόν το 50% της δύναμής της. Δεν εφάρμοσε ακόμη. Οσονούπω, θα δούμε τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα που θα έχει η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Του δικού της μνημονίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε την εξουσία εξ εφόδου, καλλιεργώντας έναν ιδιότυπο εθνικολαϊκιστικό λόγο, λόγο τυφλής οργής και ερεθίζοντας τα πλέον ταπεινά ένστικτα των πολιτών. Δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς πως η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και δεν αρκεί παρά ένα ελάχιστο θέμα ώστε να πυροδοτηθεί μια αλληλουχία κοινωνικών εκρήξεων και συγκρούσεων. Άλλωστε, η ιστορία διδάσκει πως κάθε κύκλος κλείνει με σφοδρότατες συγκρούσεις και ο νέος ανοίγει με … «Εθνάρχη»…

Μέλλει να κριθεί αν θα επικρατήσει η σωφροσύνη στις πολιτικές δυνάμεις ώστε η χώρα και η κοινωνία να επανέλθουν στην κανονικότητα και την πολιτική ομαλότητα· στοιχεία που ανευρίσκει κανείς σε κάθε «κανονική» χώρα. Δηλαδή να μπουν στο περιθώριο –όπου και ανήκουν- οι λαϊκιστικές φωνές και δύο πόλοι: ένας προοδευτικός κεντροαριστερός και ένας συντηρητικός κεντροδεξιός να διεκδικούν την εξουσία. Ευχή και ελπίδα η αριστερά να μην αποβεί για μια ακόμη φορά μοιραία για την πορεία της εξέλιξης στην Ελλάδα.
Μέχρι τότε, ας συγκρατήσουμε ως θετικό το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα της μέχρι πρότινος «νεφελοοικούσης» αριστεράς, μαθαίνει τι σημαίνει κυβερνητική ευθύνη και προσαρμόζεται, έστω και επώδυνα στον πραγματικό κόσμο. Τούτο δεν αποτελεί και μικρό κέρδος. Αντιθέτως. Οι δε φιλοευρωπαϊκές, προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να αποστούν από τον διχαστικό λόγο και να αποφύγουν περιττές προκλήσεις. Νομίζω ότι σύντομα θα κληθούν να αναλάβουν κρίσιμες αποφάσεις και για τον προοδευτικό χώρο αλλά και για την εθνική προσπάθεια. Αρκεί να είναι έτοιμες προγραμματικά και ηθικά.   

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Και τώρα τι ψηφίζουμε; - koolnews.gr- Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου, 2015

Πέρα από κάθε λογική, η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές και τελικά -εξ όσων μέχρι στιγμής προκύπτουν από μετρήσεις-, ο σχεδιασμός του Αλέξη Τσίπρα να καταστεί αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του κεντροαριστερού χώρου δεν ευοδώνεται. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν η χείριστη προεκλογική στρατηγική είναι αποτέλεσμα της διάσπασης και της αθλίας κυβερνητικής διαχείρισης ή σκοπίμως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ «κρατάει» το άλογο ώστε να τερματίσει δεύτερο. Τούτο, όμως, αφορά σε άλλη ανάλυση και ασφαλή συμπεράσματα θα μπορέσουμε να εξάγουμε από την στάση που θα τηρήσει ο Αλέξης Τσίπρας με το εκλογικό αποτέλεσμα δεδομένο. Αν θα μετάσχει δηλαδή –ακόμη και ως δεύτερο κόμμα- σε μια κυβέρνηση που θα έχει το άχθος της υλοποίησης του δικού του μνημονίου. Του Μνημονίου της Αριστεράς.
Έχει όμως σημασία, έστω και με την δυσκολία που συνεπάγεται η προεκλογική περίοδος, να πατήσουμε ένα pause και να αναλογισθούμε τι διακυβεύεται σε αυτές τις εκλογές· να καθορίσουμε την ψήφο μας όχι, πλέον, στην βάση της οργής και της ουτοπικής προσδοκίας αλλά αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα και αξιολογούντες με δεδομένα τις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διεκδικούν να αποτελέσουν επιλογή μας.

Διανύουμε μια περίοδο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και «ύστερη Μεταπολίτευση». Πολλοί –και ειδικά ο Τσίπρας-, εμφανίζονται ως η αρχή της νέας εποχής θεωρούντες ότι ο κύκλος της μεταπολίτευσης έχει κλείσει. Δεν βλέπω κάτι που να δικαιολογεί αυτή την άποψη, πέραν βέβαια των ευσεβών, επικοινωνιακών αναγκών τους. Είναι ερμηνεύσιμο το γεγονός ότι πολλοί απαξιώνουν το σύνολο των μεταπολιτευτικών χρόνων. Δηλαδή, θα ήθελαν να υπάρχει ακόμη η δικτατορία εκείνων των ανεκδιήγητων, φασιστοειδών που κατέλυσε με τα όπλα το δημοκρατικό πολίτευμα, μοίρασε εκατομμύρια σε ημέτερους, επιβράβευε τον δοσιλογισμό και το «ρουφιανιλίκι» και εκτός από την δημοκρατική λειτουργία και την ελευθερία των επιλογών, κατέστρεψε και κάθε αισθητική στον δημόσιο χώρο; Ποιος ισχυρίζεται, σοβαρά, ότι δεν υπήρξαν ρουσφέτια και σπατάλη του δημοσίου χρήματος;
Η Μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, σηματοδοτεί την μεγαλύτερη χρονικά ομαλή περίοδο μετά τον εμφύλιο. Αν κάποιοι –εκ δεξιών και ευωνύμων-, αναπολούν εκείνα τα χρόνια γιατί μόνον έτσι υπάρχουν κοινωνικά και πολιτικά, λυπούμαι, αλλά, οι πολίτες δεν θα ακολουθήσουν. Ασκούμε κριτική στα χρόνια της μεταπολίτευσης και πολύ καλώς πράττουμε. Αλλά, η κριτική αυτή δεν πρέπει να ισοπεδώνει και να παραβλέπει τα πραγματικά δεδομένα. Το 1974 άρχισε ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός και ο θεσμικός εκσυγχρονισμός. Επήλθε η ισορροπία μεταξύ των πλευρών του εμφυλίου. Η χώρα προσανατολίστηκε και μπήκε σε Ευρωπαϊκή προοπτική. Έγινε ισότιμος συνομιλητής και παράγοντας της διεθνούς κοινότητας. Από «ψωροκώσταινα» έγινε ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Έγινε πραγματική επανάσταση στις υποδομές και τις παρεχόμενες υπηρεσίες του Δημοσίου. Και κυρίως, η δημοκρατία εμπεδώθηκε ουσιαστικά. Αυτό, καθίσταται καλύτερα κατανοητό, αν σκεφθεί κάποιος ότι, προ του 1974 η απόσταση της Αριστεράς από την κυβερνητική ευθύνη ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής ζωής. Δηλαδή και 90% να έπαιρνε αριστερός πολιτικός σχηματισμός, κυβέρνηση δεν θα έβλεπε. Σήμερα, αυτό δεν υφίσταται.

Λάθη, παραλείψεις, ατοπήματα και αβλεψίες προφανώς και υπήρξαν και υπάρχουν. Πρέπει όμως να συγκρατείται ότι αφ’ ενός το Κράτος και το Πολίτευμα εμείς το συγκροτούμε (δεν υπάρχει πολιτικό σύστημα χωρίς πολίτες) και αφ’ ετέρου, το γεγονός ότι είμαστε μια νεαρή δημοκρατία και ένα κράτος που απηλλάγη από την Οθωμανική Φεουδαρχία, μόλις προ 120 – 150 ετών. Η Ευρωπαϊκή επίνευση αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον καταλύτη και την εγγύηση για την συνέχεια και εξέλιξη αυτής της διαδρομής. Οπωσδήποτε, οφείλουμε να θεραπεύσουμε τα κακώς κείμενα και να πραγματοποιήσουμε ριζικές τομές και μεταρρυθμίσεις στα πεδία εκείνα, όπου απαιτούνται. Είναι όμως ατελέσφορη, ιστορική ασέβεια και άκρως επικίνδυνη η ισοπεδωτική άρνηση.
Αν θέλουμε να ασκήσουμε σοβαρή και ουσιαστική κριτική, θα διαπιστώσουμε ότι η μεγαλύτερη αποτυχία είναι η δημιουργία ενός θεσμικού Κράτους, ως συνεπακόλουθο της στρεβλής αντίληψης που έχουμε καλλιεργήσει για την έννοια του Δημοσίου Συμφέροντος. Δεν αναγνωρίζουμε τα δίκαια άλλων, αν αυτά θίγουν ή και απλώς, δεν εξυπηρετούν δικά μας συμφέροντα και επιθυμίες. Αντιλαμβανόμαστε το Κράτος ως τον «πατέρα» ο οποίος πρέπει να μας ικανοποιεί όλα τα χατίρια και αν όχι, να «βουτάμε» κρυφά από την τσέπη του· ως κακοποιημένοι έφηβοι διεκδικούμε «τα πάντα» ως δικαίωμα και ποτέ δεν αναγνωρίζουμε υποχρεώσεις. Κάνουμε splitting και τρέχουμε από γραφείου εις γραφείον πολιτευτών με στόχο την εξυπηρέτηση. Η πολιτική τάξη προφανώς και έχει και δεν απαλλάσσεται από τις ευθύνες της για την κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα. Οι πολίτες όμως, δεν είναι άμοιροι ευθυνών –αν διεκδικούν σοβαρά τον τίτλο «πολίτης».

Επιλογή ψήφου, επομένως, με ψυχραιμία, ιδιαίτερα τώρα που οι κραυγές ανοησίας καταλαγιάζουν, οι ουτοπικές προσδοκίες διαψεύδονται από την πραγματικότητα και απεδείχθη πως το «τζογάρισμα» δεν οδηγεί σε σοβαρές λύσεις και θετικές διεξόδους.
Επιλογή ψήφου με κριτήρια ουσιαστικά για την προοπτική που θέλουμε για την χώρα μας και όχι την «εικόνα» ή την κενή περιεχομένου αντιπαράθεση «παλιού-νέου»· με γνώμονα την διατύπωση αλήθειας. Και ο καθείς, ας λάβει αυτό που δικαιούται.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Η αβάσταχτη μοναξιά του Αλέξη Τσίπρα – koolnews.gr - Πέμπτη, 16 Ιουλίου, 2015

Η Ελληνική βουλή ψήφισε χθες τα προαπαιτούμενα για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και το τρίτο MoU (Μνημόνιο) είναι επί θύρας. Οι όλοι χειρισμοί της Κυβέρνησης, αν δεν αποτελούσαν σχεδιασμένη στρατηγική για έξοδο από την ευρωζώνη, προσομοιάζουν περισσότερο με ανατολίτικο παζάρι.

Ο πρώην Υπουργός Οικονομικών είναι, είτε απελπιστικά μειωμένης νοητικής ή συναισθηματικής βαρύτητας είτε συνεργός στην μεγαλύτερη απάτη εις βάρος των Ελλήνων πολιτών. Με τις πομφόλυγές του, πέτυχε να εξαπατήσει σημαντική μερίδα πολιτών, τα ΜΜΕ και κυρίως, την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Τις συνέπειες τις υφιστάμεθα όλοι.
Προφανώς, ο Αλέξης Τσίπρας δεν φανταζόταν ότι το «όνειρο» γενεών αριστερών πολιτών, για την ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης από την αριστερά (ελέγχεται αυτό όσον αφορά τον «όλον Συριζα») θα κατέληγε στον εφιάλτη τον οποίο απεικόνιζε η εμφάνιση του Πρωθυπουργού στην σύσκεψη κορυφής των Βρυξελλών. Μια εικόνα σκληρά καταπονημένου ανθρώπου, πιεσμένου από το βάρος της ευθύνης μιας ολόκληρης χώρας, των αδιεξόδων από τις, μέχρι εκείνη την στιγμή, ατυχείς επιλογές και φυσικά από τις παράλογες πιέσεις των ακραίων της ΕΕ. Περισσότερο όλων όμως, έχω την αίσθηση ότι βάραινε η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και της αποκάλυψης των ανοησιών στις οποίες είχε και ο ίδιος εγκλωβισθεί.

Ο πρώτος μύθος που ο Αλέξης Τσίπρας είδε να καταρρίπτεται ήταν η θεωρία των παιγνίων. Δεν είχε αντιληφθεί ότι «τα παίγνια» είναι κάτι τελείως θεωρητικό μιας και ούτε οι συνθήκες ούτε και οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι. Ο δεύτερος μύθος –και ίσως ο πλέον επικίνδυνος-, ήταν εκείνος που αφορούσε την περίφημη γεωπολιτική θέση της χώρας. Αυτός, κατερρίφθη από την επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ την Παρασκευή, παραμονή του Eurogroup, στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Έχω την αίσθηση ότι με αυτή την επίσκεψη –και τις συνοδές δηλωσεις-, η κα Μέρκελ επιχειρούσε να σηματοδοτήσει την χάραξη των νέων συνόρων της Ένωσης, στην περίπτωση κατά την οποία η Ελληνική πλευρά θα συνέχιζε να εμμένει σε ανέφικτες επιλογές της.

Η σημαντική γεωπολιτική θέση της χώρας, είναι ευλογία αλλά και κατάρα. Κατάρα, αφ’ ενός γιατί –όπως πολλά, άλλα-, είναι από εμάς υπερτιμημένη. Η Ελλάδα είναι πράγματι σημαντική γιατί αποτελεί την γέφυρα, συνιστά έναν κρίσιμα σημαντικό χερσαίο και θαλάσσιο διάδρομο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Οι πόρτες αυτού του διαδρόμου όμως, συμβαίνει να είναι η Τουρκία και η Αλβανία. Δυστυχώς για εμάς, είθισται να διασφαλίζει κανείς πρώτα τις πόρτες του και μετά τους διαδρόμους. Και αυτή η πραγματικότητα, συνδυαζόμενη με την επίσκεψη Μέρκελ στην Αλβανία και ΠΓΔΜ-Σερβία (εναλλακτικός «διάδρομος», δεδομένης της Ευρωπαϊκής ένταξης των Βουλγαρία και Ρουμανία).
Ταυτοχρόνως, η συνεχής παραμονή κάποιου σε μία γέφυρα, δημιουργεί αμφιθυμία και αποστάσεις από τις πλευρές που συνδέονται. Ως αποτέλεσμα αυτού, ακόμη βασανιζόμαστε σχετικά με το αν «ανήκομεν εις την Δύσιν» ή αν επιλέγουμε το «Οθωμανικόν σαρίκιον από την Λατινική τιάρα».
Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι η Ελληνική κρίση δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά μόνο στην οικονομία. Και η ελληνική πλευρά βρίσκεται αντικειμενικά, σε δυσχερή θέση. Η Ιστορία, έχει αποδείξει ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά το παρελθόν, η χώρα και ο λαός μας, υποχρεώθηκαν στην καταβολή ιδιαίτερα υψηλού τιμήματος.

Φυσικά, δεν μπορεί να μην αποτιμηθούν τα τραγικά λάθη τακτικής αλλά και στρατηγικής. Εγείρονται πλείστα όσα ζητήματα, καθώς η χώρα εμφανίζεται να έχει εισέλθει πολιτικά, στον Τρίτο Κόσμο, θέση που ενισχύουν οι αστείες -εξαντλουμένης της επιείκειας που η κοσμιότητα ενός δημοσίου κειμένου επιβάλει-, διατυπώσεις ισχυρών τμημάτων του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και των κυβερνητικών του εταίρων. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει λοιπόν, η θεώρηση Ευρωπαϊκών κύκλων περί υπαγωγής της Ελλάδας στον Τρίτο Κόσμο και στο οικονομικό επίπεδο.
Πρωτίστως, η σπατάλη χρόνου και η επιλογή σύγκρουσης εν μέσω θερινής τουριστικής περιόδου. Ακόμη, δεν μπορεί να παραβλέψει ο πολίτης ότι ο Πρωθυπουργός έπεσε θύμα εξαπάτησης από αμφιλεγόμενους απατεωνίσκους (για κάποιους και πρακτορίσκων ειδικής αποστολής). Ο Πρωθυπουργός γνώριζε και συνελήφθη ανέτοιμος.

Σε κάθε περίπτωση, η συνολική αποτίμηση της κυβέρνησης Τσίπρα θα γίνει στον κατάλληλο χρόνο. Προς το παρόν και παρά τα απολύτως αρνητικά σημεία –που αφορούν σε όλη την διαδρομή του ίδιου και του κόμματός του, από το 2010 μέχρι και σήμερα-, ας συγκρατήσουμε τα θετικά.
Πρώτον, είναι κατάκτηση της δημοκρατίας μας το γεγονός ότι η δομική απαγόρευση για μια αριστερή κυβέρνηση, όπως ίσχυε προ της μεταπολίτευσης, πλέον δεν υπάρχει. Δεύτερον ότι η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει να στηρίζει την Ελλάδα και να επιδεικνύει αλληλεγγύη στις Ελληνικές θέσεις –στον βαθμό βέβαια που και η ίδια η εκάστοτε Ελληνική Κυβέρνηση το επιτρέπει. Τρίτον –και ίσως πλέον σημαντικό-, ότι ένα τμήμα της ελληνικής αριστεράς, ωριμάζει μέσα από την ανάληψη της κυβερνητικής ευθύνης και απομακρύνεται από τις ψευδαισθήσεις και την ευκολία της πλήρους ιδεοληπτικής άρνησης, ενώ, εμφανίζεται να εγκαταλείπει την γραφική θεώρηση του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Ελπίδα όλων είναι, ο κύκλος Μεταπολίτευσης που μόλις έκλεισε, να δημιουργήσει όρους δημιουργικής μετεξέλιξης τόσο στην κοινωνία, όσο και στην οικονομία. Ο Αλέξης Τσίπρας και οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που θα προκύψουν από τους τεκτονικούς κραδασμούς, έχουν την μεγάλη ευκαιρία να συμβάλουν στην θεραπεία χρονίων παθογενειών, οι οποίες ταλανίζουν την χώρα και τους πολίτες για χρόνια τώρα. Ειδικά, όταν καθολικά αναγνωρίζεται ότι και η βιωσιμότητα του χρέους συναρτάται από την επιτυχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και δημιουργίας ενός θεσμικού κράτους. Ιδού πεδίον δόξης . . .

Η εκδίκηση της Ιφιγένειας - Τετάρτη, 10 Ιουνίου, 2015 - koolnews.gr

Η διαπραγμάτευση εξελίσσεται σε ορεινό Μαραθώνιο με μη ορατή κατάληξη και οι αστοχίες ή εξαλλοσύνες στελεχών του κυβερνητικού κόμματος ή της Κυβέρνησης, βρίσκονται σε ημερήσια βάση. Παρ’ όλα αυτά, ο Πρωθυπουργός, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις χαίρει σε πρωτοφανή βαθμό της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Προσωπικά θεωρώ ότι η συμφωνία –τουλάχιστον στις αδρές γραμμές της- ευρίσκεται, ήδη, εις χείρας της κυβέρνησης. Εκτιμώ πως η ασάφεια, η θολότητα, η οποία επικρατεί είναι προϊόν αυτής καθαυτής της κυβερνητικής βούλησης, αν μη τι άλλο ενισχύει την θέση της κυβέρνησης και ειδικά του Πρωθυπουργού και προβάλλεται εσκεμμένα, προκειμένου, να απορροφηθούν ενδεχόμενοι κραδασμοί στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος και να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος πραγματοποίησης των κατάλληλων χειρισμών.
Μέλλει να κριθεί κατά πόσο η εκτίμηση αυτή θα αποβεί αληθής. Όμως, η όλη σύνθεση του πολιτικού σκηνικού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προκαλεί για δημιουργία σκέψεων και συνειρμών.
Αναμφίβολα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι από τις εκλογές του 2012 ο Αλέξης Τσίπρας, ακολούθησε μια διαφορετική στρατηγική. Η μεταβολή αυτή, κομψή αλλά διακριτή, του έδωσε την δυνατότητα να απευθυνθεί σε διαφορετικό target group. Εγκατέλειψε τις ατελέσφορες αναφορές στην «γενιά του άρθρου 16» και των μαθητικών καταλήψεων· άφησε κάποια στελέχη του να εξαπολύουν κορώνες αριστεροφροσύνης και «κρέμασε» τις πασιονάριες στα κάγκελα της ΕΡΤ· διαχειρίστηκε επιτυχώς τις εσωτερικές αντιθέσεις του κόμματός του και άμβλυνε τις δημόσιες τοποθετήσεις του, τριγώνισε τις θέσεις και απευθυνόμενος σε μια ευρύτερη δεξαμενή μετριοπαθών πολιτών, προέβαλε την εικόνα ικανού, σοβαρού ηγέτη με σχέδιο και πρόγραμμα. Αυτή η τακτική οδήγησε στην Θεσσαλονίκη του 2014, στην οποία είχε και την πλέον ενδιαφέρουσα παρουσία και νομίζω, από εκεί ξεκίνησε την τελική ευθεία προς την κατάκτηση της εξουσίας. (βλ. άρθρο: «Μου είναι παντελώς αδιάφορη η τύχη του Σαμαρά»).
Είναι κατανοητό δεδομένο το ότι, τα «φάσκελα» και οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες στο Σύνταγμα ποσώς διεσφάλιζαν προοπτική αναλήψεως κυβερνητικής ευθύνης. Για την επιτυχία αυτής της προσπάθειας απαιτείτο άλλη στρατηγική, η οποία ήταν ξένη –αν όχι παντελώς άγνωστη- στον ΣΥΡΙΖΑ του 3%, στον ΣΥΡΙΖΑ που ψυχομαχούσε να μπεί στην Βουλή. Το κόμμα εκείνο και τα στελέχη του δεν μπορούσαν ούτε να σχεδιάσουν ούτε να υλοποιήσουν έναν τέτοιου τύπου σχεδιασμό, που θα έδινε αποτέλεσμα εξουσίας, δίχως όμως να αποκόψει τμήματα από το εσωτερικό του κόμματος.
Επίσης, η μετακίνηση στελεχών του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε με τυχαίο τρόπο. Δεν ισχυρίζομαι την ύπαρξη συνομωσίας μεταξύ δεκάδων ή εκατοντάδων ανθρώπων, αλλά, σίγουρα αν κανείς διαβάσει και μελετήσει τα πρόσωπα και τα χρονικά σημεία που έγιναν αυτές οι μετακινήσεις, πολύ δύσκολα θα αποδώσει απλή σύμπτωση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι για ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα, οι αντιρρήσεις της κομματικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ κάμφθηκαν με την άμεση επιβολή της ηγεσίας, ενώ άλλα, αφέθηκαν ορφανά στην αρένα των εσωκομματικών διαδικασιών.
Η στρατηγική αυτή, ευτύχησε επίσης, να βρει συμπαραστάτες ώστε να καταστεί επιτυχής. Πρώτον, στο πρόσωπο του Γ. Παπανδρέου και του ανίκανου θιάσου του. Η αμετροέπεια, η εμπάθεια, η ανεπάρκεια και ο εγωκεντρισμός τους υπήρξαν καταλυτικής σημασίας παράγοντες αποδόμησης του ΠΑΣΟΚ (το οποίο είμαι σίγουρος ότι μισούσαν και μισούν ακόμη). Με την τακτική τους απεμάκρυναν μέλη και στελέχη, ώστε όταν αυτά ήταν αναγκαίο να υπερασπιστούν μια πολιτική, απλώς δεν υπήρχαν.
Ακόμη η αδυναμία του Ευ. Βενιζέλου και των δικών του συνεργατών να αντιληφθούν το πρόβλημα και να προβούν άμεσα στην αποκατάσταση της θεσμικότητας του Κινήματος και την δημιουργία ουσιαστικών πολιτικών και επεξεργασμένων αναλυτικών προτάσεων για την επόμενη ημέρα, επίσης συνέβαλε στην κατάρρευση του κόμματος που επί πλέον των 25 χρόνων κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή και άλλαξε την Ελλάδα. Επιπροσθέτως, η αδυναμία των ηγετικών –κατά δήλωσή τους- προσωπικοτήτων της «κεντροαριστεράς» να προτάξουν την επιβίωση της Παράταξης και να υπερβούν την μικρότητα της ιδιοτέλειάς τους, συνέβαλε στην διεύρυνση της εκλογικής απήχησης του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. συνδυαζόμενη με την αδυναμία της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου –είτε εγγενή είτε εκ των συνθηκών-, έφερε τον Αλέξη Τσίπρα στο Μέγαρο Μαξίμου.
Στην εξέλιξη αυτής της στρατηγικής διακρίνονται 3 κύριοι κόμβοι: α) η συσπείρωση των κακοπαθημένων πολιτών και η μορφοποίηση κινήματος, β) η συγκρότηση ρεύματος μέσα από αυτό και γ) η δημιουργία όρων προοπτικής εξουσίας. Ευνόητη συνέχεια και τελικός στόχος είναι η κατίσχυση στον χώρο της κεντροαριστεράς, τον χώρο δηλαδή που δίνει δυνατότητα άσκησης κυβερνητικής ευθύνης και που μέχρι πρότινος ηγεμόνευε το ΠΑΣΟΚ.
Όλο αυτό, αν δεν πρόκειται περί μιας ευτυχούς συνομωσίας των πλανητών υπέρ του Αλέξη Τσίπρα (γεγονός που θα καταστήσει την επιτυχία εγγύτατου χρονικού ορίζοντος), τότε προϋποθέτει την ύπαρξη ενός σοβαρού και έμπειρου επιτελείου το οποίο, γνωρίζει να σχεδιάζει και να υλοποιεί τέτοιου είδους σχεδιασμό (όπως έπραττε και στο παρελθόν). Ευνοήτως, ο νους δεν προστρέχει σε γραφικότητες τύπου σημερινού Υπουργού Υγείας ή σε τυχάρπαστα σούργελα πριγκηπικής νοοτροπίας ούτε σε τυχοδιώκτες και λιμοκοντόρους της πολιτικής.
Οι τελευταίες εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, το κόμμα το οποίο κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή, περίπου για μια 30ετία δεν αφήνουν περιθώρια αισιόδοξων προβλέψεων για την ανάκαμψή του. Η αλλαγή ηγεσίας, το συνέδριο κ.λπ., προσελκύουν σε κάποιο βαθμό την προσοχή των μέσων ενημέρωσης, αλλά, φαίνεται ότι αφήνουν παγερά αδιάφορη την κοινή γνώμη. Ο χώρος επομένως της κεντροαριστεράς, αφήνεται αφύλακτος στην διάθεση του Αλέξη Τσίπρα. Δεν είναι δίχως βάση η σκέψη ότι σύντομα θα δούμε να εκτυλίσσεται η τελική φάση του σχεδιασμού του Αλέξη Τσίπρα. Εκλογές με διακύβευμα την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, με συνεπακόλουθη απαλλαγή του σε πρώτο χρόνο από τα βαρίδια και τις ακραίες ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ. Με ισχυρή κοινοβουλευτική ομάδα –αφού η κοινωνία τον εμπιστεύεται και πείθεται για την ειλικρινή προσπάθειά του, ενώ δεν υπάρχει επί σκηνής άλλος αντίπαλος-, ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορέσει να διαχειρισθεί με άνεση την κατάσταση και να υπογραφεί η συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές.
Οι διάφοροι που σήμερα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ –υπουργοί ή μη-, εμφανίζονται να ασπάζονται το … κούγκι ή/και επιδίδονται σε ανεύθυνη καταστροφολογία με εθνικής υπερηφάνιας κορώνες και Σοβιετικού τύπου προτάσεις, θα κάτσουν στα αυγά τους ή σε δεύτερο χρόνο θα δουν την πόρτα της εξόδου. Εκτιμώ ότι σήμερα, αυτές οι «ανορθρογραφίες» ή παραφωνίες περισσότερο ισχυροποιούν παρά βλάπτουν τον Πρωθυπουργό, διευκολύνοντας τον να θέσει το δίλλημα της παραμονής στην ευρωζώνη ή της απομόνωσης της χώρας. Σε αυτό επικουρικά λειτουργεί και η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να υπερβεί το φαύλο παρελθόν και να κατανοήσει τις αναγκαίες μεταβολές τόσο σε οργανωτικό και πολιτικό πεδίο όσο και στην νοοτροπία και ήθος, στοιχεία απαραίτητα για την ανάκαμψή του, κάτι για το οποίο, ούτως ή άλλως μετά και την αποχώρηση από την ηγεσία του Βαγγέλη Βενιζέλου, ουδεμία βεβαιότητα παρέχεται.
Υπό αυτή την συνθήκη, δεν αποκλείεται να δούμε τμήματα των διάφορων κινήσεων και κομμάτων του Προοδευτικού χώρου να «κολλάνε» στον κεντροαριστερό Αλέξη Τσίπρα, καθιστώντας τον de facto ηγέτη του χώρου.
Βέβαια, όλα αυτά είναι υποθέσεις και ενδεχόμενα και όχι βεβαιότητες. Μέλλει να κριθούν. Μέχρι τότε η κεντροαριστερά θα βράζει στο ζουμί της.
Είναι γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, στην διάρκεια της 30ετούς διαδρομής του δημιούργησε και θυσίασε πολλές «Ιφιγένειες». Φαίνεται ότι έφθασε η ώρα να λάβουν εκδίκηση.
Οψόμεθα . . .

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Πολιτική για τη μετανάστευση: Μια ακόμη πρόχειρη αντιμετώπιση -Koolnews.gr - 16 Μαρτίου, 2015 (αναδημοσίευση:kallikratis.net - 18 Μαρτίου 2015

«τους αφήσαμε στην Ομόνοια γιατί εκεί είναι το φτηνό φαγητό, οι συμπατριώτες τους, το μετρό. Το επιχείρημα “γιατί όχι στην Εκάλη;» απαντώ τι να κάνουν στην Εκάλη....! Είναι σαν το ερώτημα «γιατί δεν τους πάει η υπουργός στο σπίτι της;»! Επειδή το Υπουργείο εδώ έχει γίνει το σπίτι μου θα τους φέρω εδώ, στο Υπουργείο, αν ενοχλούν. Έχει πολλούς διαδρόμους…»
«το ότι κοιμούνται στο δρόμο και δεν έχουν πού να πάνε και ότι ψάχνονται είναι ψέμα», σημειώνοντας ότι «στους όρους που έχουμε βάλει είναι να δηλώσει οικία κατοικίας αλλά και Αστυνομικό Τμήμα που θα πρέπει να παρουσιάζεται κάθε 15 μέρες».

Και με αυτές τις φράσεις η ΑΝΥΠ Μεταναστευτικής Πολιτικής επανέφερε το θέμα του μεταναστευτικού ως πρόβλημα. Δύσκολα κατανοεί κάποιος την ενέργειά της. Προφανώς, εγκλωβισμένη στην αφέλεια και εμμονές των αριστεροφανών προσεγγίσεων του κυβερνώντος κόμματος -αυτό συνάγεται και από την πενία των επιχειρημάτων της-, δεν αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις σε μέσο και απώτερο χρόνο από αυτήν την πράξη. Σε καμία περίπτωση, δεν είμαι θιασώτης αντιλήψεων εξοστρακισμού των μεταναστών και ούτε θεωρώ την εκ τύχης Ελληνική ιθαγένεια μου ως συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων. Έχω την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι και η ποιότητά τους δεν συναρτάται από το διαβατήριό τους, την πίστη ή το φύλο τους. Είμαι όμως πολίτης ενός Κράτους που οφείλει να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του με ρεαλισμό, σοβαρό προγραμματισμό και μέθοδο. Που οφείλει να ασκεί πολιτική υπέρ όλων, όσων βρίσκονται εντός των ορίων της επικράτειάς του.

Το μεταναστευτικό δεν είναι ήσσονος σημασίας κοινωνικό ζήτημα, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγική διαδικασία, την δημόσια τάξη και ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και με την εθνική ασφάλεια. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ζήτημα που πρέπει να προσεγγίζεται με αφέλεια ή να χρησιμοποιείται ως όχημα επίδειξης επιτηδευμένης αριστεροσύνης.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι άνθρωποι μετακινούνται, είναι ευάλωτοι, αγχωμένοι και η ανασφάλεια κυριαρχεί την συμπεριφορά τους. Ακόμη και κατά τις μετακινήσεις ρουτίνας, αν και επιδρά ή δύναμη της συνήθειας και δεν είναι απολύτως συνειδητή αυτή η αίσθηση, θα παρατηρήσουμε ότι όλοι μας είμαστε ευαίσθητοι σε κάποιον άλλο θόρυβο, έξω από τον καθημερινό, στρέφουμε το βλέμμα αν ακουστεί κάποιος βηματισμός και θέλουμε να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατόν στην ασφάλεια του χώρου τον οποίο γνωρίζουμε. Μπορούμε, επομένως, να φανταστούμε, πόσο αυτά τα αισθήματα οξύνονται όταν η μετακίνηση είναι αιφνίδια και ο προορισμός άγνωστος, δεν αφορά στην υποχρεωτική αυτή καθημερινότητα, αλλά προκύπτει υπό όρους εξαναγκασμού, βίας –όχι μόνον της προκαλουμένης εκ φυσικών καταστροφών ή εμπολέμων καταστάσεων, αλλά και εξ αυτής την οποία γεννά η οικονομική ένδεια.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία υποδοχής και ειδικότερα όταν δεν είναι προετοιμασμένη, εκλαμβάνει την έλευση των «ξένων» ως εισβολή και κυριαρχείται σταδιακά από την ανασφάλεια και τον φόβο, συναισθήματα που προκαλούνται τόσο από την παρουσία του άγνωστου και απρόσωπου αλλοδαπού, όσο και εκείνη την οποία επιφέρει η ύπαρξη μιας οικονομικής κρίσης, καθώς διάφοροι ανόητοι καλλιεργούν την εντύπωση ότι για την ανεργία των γηγενών ή ημεδαπών, ευθύνεται η παρουσία ξένων και όχι η ύφεση και η αδυναμία αναπτυξιακής δυναμικής.
Εντός αυτού του πλαισίου, η πιθανότητα δημιουργίας οξύνσεων, συνδυαζόμενη με την απουσία ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση και αδιάβλητων, αποτελεσματικά λειτουργικών θεσμικών οργάνων, αυξάνεται σε υψηλά επίπεδα επικινδυνότητας. Η πρόσφατη εμπειρία μας, το επιβεβαιώνει. Η ανεπάρκεια των οργάνων της Πολιτείας και η παρουσία αλλοδαπών, υπό καθεστώς γκρίζας ζώνης και σε κατάσταση οριακής εξαθλίωσης, απουσία ουσιαστικών ελέγχων έδωσε σε κάποια φασιστοειδή αποβράσματα την δυνατότητα να εκμεταλλευτούν το κενό και να «πουλάνε» προστασία στους κατοίκους του Αθηναϊκού κέντρου και να εκτονώνουν την ψυχωτική αθλιότητά τους, πάνω σε κάθε μετανάστη.

Η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική Πολιτεία στην αντιμετώπιση του θέματος, επιτρέπει την γέννηση σοβαρών αμφιβολιών που σχετίζονται με το κατά πόσο υπάρχει συνείδηση της ευθύνης την οποία συνεπάγεται η ύπαρξη άνω του 1,5 εκμ. αλλοδαπών. Η γενική αρχή της πολιτικής πρακτικής, να παραπέμπεται κάθε «καυτό» πρόβλημα στο μέλλον εφαρμόσθηκε απολύτως και σε αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με αυτήν, η πολιτική για την μετανάστευση, καρκινοβατεί ανάμεσα στην άρνηση και στην αφομοίωση, δίχως να διαμορφώνεται ένα σαφές και καθαρό πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον. Η ασάφεια και η άγνοια στην διαχείριση, είχαν ως αποτέλεσμα την αποτυχία ακόμη και στο ελάχιστο μέτρο, εκείνο δηλαδή της ένταξης του μεταναστευτικού πληθυσμού σε έναν κοινά αποδεκτά τρόπο καθημερινής διαβίωσης. Πρέπει να αποφασίσουμε αν θα είμαστε χώρα αφομοίωσης –έστω και μερικής- των μεταναστών είτε χώρα μη αφομοίωσης, δηλαδή χώρα που απλώς αναζητά εργατικό δυναμικό. Είναι προφανείς οι διαφορές που ανακύπτουν από την διάκριση των δύο αυτών προσεγγίσεων. Επ’ αυτού, δεν έχει προκληθεί καμία συζήτηση και μόνον δόγματα εκφράζονται. Κάθε πλευρά λαϊκίζει και η προκαλούμενη αντιπαράθεση στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.
Αν για το ζήτημα των νομίμων και ειδικότερα των οικονομικών μεταναστών του πρώτου κύματος από την Αλβανία και τις πρώην Ανατολικές χώρες έχει, έστω και εκ των πραγμάτων, δρομολογηθεί κάποια λύση -με πάντοτε ανοικτά τα θέματα ένταξης και δικαιωμάτων που δεν πρέπει να θεωρούνται ασήμαντα ή μη χρίζοντα παρεμβάσεων-, το μείζον ζήτημα σήμερα, ανακύπτει από την παράνομη, αθρόα προσέλευση αλλοδαπών από την Ασία ( Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ιράκ κ.ά.) και από χώρες της Αφρικής. Μεταξύ των δύο ρευμάτων υφίστανται σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Αφ’ ενός, οι πρώτοι μετανάστες ήταν πιο κοντά πολιτισμικά στην ελληνική κοινότητα (λόγω θρησκευτικής και εν γένει πολιτισμικής συνάφειας) και αφ’ ετέρου, είχαν στην μεγάλη πλειοψηφία τους προορισμό την Ελλάδα, είτε προσωρινά για την συγκέντρωση κάποιου κεφαλαίου από την εργασία τους και μετά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους είτε αποσκοπούσαν σε μόνιμη μετοικεσία· οι πληθυσμοί μεταναστών του νέου ρεύματος, προσέρχονται με κάθε μέσο στην χώρα, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν κυρίως, ως πύλη εισόδου και διάμεσο σταθμό, για την μετάβασή τους σε  άλλες, ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Γερμανία, Σουηδία κ.λπ.) ή τις Η.Π.Α. και Καναδά (σε μια διαδρομή μέσω Ισπανίας). Για λόγους είτε οικονομικής αδυναμίας είτε νομικών εμπλοκών (σύλληψη, καταγραφή κ.λπ.), «κολλάνε» στην Ελλάδα και δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια κατηγορία σύγχρονων νομάδων πόλεων, από τους οποίους, άλλοι αρνούνται και άλλοι  αδυνατούν να καταγραφούν και να αποκτήσουν νομιμοποιητικά έγγραφα, με επακόλουθη συνέπεια την ανεξέλεγκτη περιφορά τους στα αστικά κέντρα.
Η αδυναμία, ταυτοπροσωπίας και προσδιορισμού της χώρας προελεύσεως (όχι της χώρας διελεύσεως) –εφ’ όσον οι Διπλωματικές Αρχές των χωρών αυτών είτε δεν επιθυμούν την συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές είτε πράγματι αδυνατούν να βεβαιώσουν την υπηκοότητά τους-, καθιστά αδύνατη την επαναπροώθησή τους και φυσικά δεν υπάρχουν κρατητήρια που να χωρέσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα μετά από κάποιες ημέρες (30-90 στην χειρότερη περίπτωση), να αφήνονται ελεύθεροι, για να επανεκκινήσει ο κύκλος όταν συλληφθούν την επόμενη φορά. Εφ’ όσον δεν αισθάνονται τον έλεγχο ή ακόμη και αυτήν την ελάχιστη υποχρέωση λογοδοσίας, την οποία συνεπάγεται η καταγραφή τους από τις Αρχές, δεδομένης της ένδειας και απόγνωσης -συνδυαζόμενες με το πολιτισμικό background (π.χ., για κάποιον φανατικό ισλαμιστή, η καταβολή χρηματικού αντιτίμου είναι υποχρέωση των αλλοθρήσκων για την δυνατότητά τους να έχουν άλλη θρησκεία και να συνεχίσουν να ζουν)-, αυξάνονται οι κίνδυνοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, φυσικά όχι ως γενικευμένη κατάσταση, από ακραία ή άτομα με οριακή και παραβατική συμπεριφορά. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω κάποιες σκέψεις επί του θέματος, με κίνητρο την προσπάθεια εισφοράς στον δημόσιο διάλογο.

Προβλήματα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικής για την μετανάστευση: Το μεταναστευτικό είναι θέμα με δύο κατευθύνσεις. Προσεγγίζεται και αντιμετωπίζεται είτε ως ζήτημα κοινωνικής ένταξης είτε ως ζήτημα Δημόσιας Τάξης (και εύκολα, ιδιαίτερα σήμερα, τρέπεται και σε πρόβλημα Εθνικής ή/και Ευρωπαϊκής Ασφάλειας). Ατυχώς, η επί 10ετίες, έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση ή η ατολμία με την οποία αντιμετωπίσθηκε το θέμα, είχε οδηγήσει τα πράγματα –ειδικά στο κέντρο της Αθήνας-, στα όρια της δεύτερης εκδοχής, με τις ομάδες νεοφασιστών να αλωνίζουν, υποκαθιστώντας τις Αρχές.
Ο σχεδιασμός μιας πολιτικής για την μετανάστευση οφείλει να αφορά σε όλα τα στάδια που περιλαμβάνει η μετακίνηση. Απαιτούνται δηλαδή πρόνοιες για την είσοδο, την υποδοχή, την καταγραφή την παροχή εγγράφων ταυτοπροσωπίας και νομιμοποιητικών της παραμονής ή διαμονής, τον καθορισμό ποιός είναι μετανάστης και ποιός πρόσφυγας και ποιος δικαιούται απονομής ασύλου και για ποιους λόγους (ο ορισμός και οι προβλέψεις της Συμβάσεως της Γενεύης έχουν εκ των πραγμάτων ξεπερασθεί και χρίζουν αναθεωρήσεων). Ο όποιος σχεδιασμός όμως, πρέπει να είναι συμβατός με την επιλογή στόχου ο οποίος θα έχει τεθεί σχετικά με την προσδοκία αυτής της πολιτικής. Δηλαδή, θα στοχεύει στην πολιτική αφομοίωσης-ενσωμάτωσης ή απλώς θα διαχειρίζεται έναν πληθυσμό μεταναστών και θα δημιουργεί συνθήκες που θα τους υποχρεώνει να εγκαταλείψουν την χώρα, αφού πρώτα τους έχει εκμεταλλευθεί ως εργατικό δυναμικό; Η δεύτερη επιλογή φυσικά και δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει επιλογή. Εκτός του ότι στερείται ηθικής, δεν είναι συμβατή με την γενικότερη αντίληψη στην Ε.Ε. και κυρίως, με τις αρχές του σύγχρονου δικαίου. Η χρήση όρων αφομοίωση-ενσωμάτωση-ένταξη, προκαλεί σύγχυση καθώς η σημασιολογία τους δεν καθορίζεται επακριβώς. Οι όροι ενσωμάτωση και ένταξη είναι πολιτικοί και επομένως το περιεχόμενο και η σημασιολογία τους, υπόκεινται στις εκάστοτε κοινωνικές μεταβολές. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας «ένταξης» και «ενσωμάτωσης» κοινά αποδεκτής, καθώς οι μέθοδοι οι οποίες προωθούνται εξαρτώνται ευθέως και ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες.
Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε μία κατεύθυνση για την διεργασία αφομοίωσης, πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για μια διαδικασία αλληλοδιείσδυσης και συγχώνευσης κατά την οποία συσσωματώνεται μία ομάδα στην κοινή πολιτιστική ζωή. Αυτή η διαδικασία είναι συνδεδεμένη με την «ορατότητα» (όρος που περιγράφει ο R. Park) δηλαδή την εμφανή διαφορετικότητα του μετανάστη λόγω των ιδιαίτερων πολιτισμικών στοιχείων τα οποία αυτός προσκομίζει από την χώρα προελεύσεώς του και τον κάνουν να διακρίνεται ως μέλος μιας ξεχωριστής ομάδας. Η διακοπή της επίδειξης αυτών διακριτών στοιχείων, καθιστούν τον μετανάστη «αόρατο» από το σύνολο της κοινωνίας στην οποία υπάρχει. Ευνοήτως, αυτή η διεργασία διαφοροποιείται από το άτομο σε σχέση με την ομάδα, η οποία καθίσταται ορατή ως διαφορετική πιο εύκολα και η διαδικασία αφομοίωσης καθίσταται πιο μακρά και σύνθετη. Και αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν στον σχεδιασμό μεταναστευτικής πολιτικής. Το δε υποκείμενο της διεργασίας αυτής μετέρχεται από διαφορετικά στάδια:
i. Την τεχνική και οικονομική αφομοίωση, δηλαδή μία εξωτερική προσαρμογή και συμμόρφωση στον γενικό τρόπο ζωής.
ii. Την πολιτισμική αφομοίωση, όπου κατά το στάδιο αυτό, προσλαμβάνονται νέα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, παραλλάσσονται τα παλαιά μέσω διεργασιών ψυχολογικής επαναπροσαρμογής
iii. Την εθνική αφομοίωση, δηλαδή την βιολογική ανάμιξη ουσιασικά μέσω επιγαμίας, θέμα που εξαιρετικά σπανίως αφορά την πρώτη γενιά.
Καθίσταται κατανοητό ότι για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αφομοίωσης, απαιτούνται, τουλάχιστον τρεις διαδοχικές γενεές.
Ένα σημείο το οποίο πρέπει να συγκρατείται, είναι πως οι μετανάστες εκτός από την υποχρέωση, να διαχειρισθούν θέματα που σχετίζονται με την άμεση επιβίωσή τους, πρέπει να ξεπεράσουν το πολιτισμικό shock που συνεπάγεται η μετακίνησή τους και η απότομη επαφή με έναν διαφορετικό πολιτισμό. Ταυτοχρόνως, δηλαδή, πρέπει να διέλθουν από μια διαδικασία από-κοινωνικοποίησης σε σχέση με την ήδη κοινωνικοποίησή τους στην χώρα προέλευσης και επανα-κοινωνικοποίησης στην χώρα την οποία προσήλθαν. Τούτο σημαίνει πως πρέπει να αποβάλλουν αξίες της κοινωνίας από την οποία έφυγαν και να υιοθετήσουν αξίες και στοιχεία της κοινωνίας υποδοχής. Η εξέλιξη αυτής της διεργασίας και η επιτυχής πορεία της χαρακτηρίζει την κατάληξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης.
Για να γίνει δυνατή και επιτυχής η διαδικασία αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν μια σειρά μεταβλητών παραμέτρων, όπως:
i. Η φύση των κινήτρων μετανάστευσης και ιδιαίτερα να εκτιμάται η φύση της κρίσης η οποία ώθησε τους μετανάστες στην μετακίνηση,
ii. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και η δομή της μεταναστευτικής διαδικασίας,
iii. Η διαδικασία θεσμοποίησης στην χώρα υποδοχής
iv. Οι διευκολύνσεις που οι θεσμοί αυτοί παρέχουν προς τους μετανάστες και οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις που έχουν από αυτούς.
v. Η συμβατότητα των δυνατοτήτων και απαιτήσεων με τις προσδοκίες των μεταναστών και τις κοινωνικο-πολιτικές τους αξίες,
vi. Τα όρια ανοχής, πλουραλισμού και ευελιξίας της κοινότητας υποδοχής σχετικά με την κατανομή και το περιεχόμενο των κοινωνικών ρόλων
vii. Η παρουσία παραγόντων που δημιουργούν συνθήκες, αν όχι διάλυσης, πάντως διατάραξης της κοινωνικής συνοχής.
Ένα βασικό σφάλμα, στην όλη διαχείριση της μετανάστευσης στην χώρα μας, εντοπίζεται στο γεγονός ότι η συζήτηση εστιάζει αποκλειστικά στο πεδίο των Δικαιωμάτων –προφανώς αυτό δεν υποτιμάται-, δίχως να επεκτείνεται στην ανάλυση και προσπάθεια κατανόησης των αιτίων τα οποία ωθούν πληθυσμούς στην μετακίνηση από την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών. Τούτο, έχει ως άμεση επίπτωση την αντιμετώπιση του μετανάστη ως αυτουργού και όχι ως υποκειμένου της μετακίνησης, πράγμα που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες, προκειμένου να αποκτήσουν ερείσματα οι ρατσιστικές και εν πάση περιπτώσει, οι αντιδραστικές και ξενοφοβικές προσεγγίσεις. Αυτό, η προσπάθεια δηλαδή της επεξήγησης του φαινομένου ως διαχρονικό και ανεξαρτήτου της βουλήσεως των ατόμων, έχω την εντύπωση ότι θα βοηθούσε σημαντικά στην δημιουργία και στήριξη από το σύνολο των πολιτών, μιας ουσιαστικής και αποδοτικής πολιτικής για την μετανάστευση και θα διευκολυνθούν οι διαδικασίες και τα στάδια αφομοίωσης και ενσωμάτωσης.

Η μετανάστευση στην Ελλάδα: Η ελληνική Επικράτεια, έχει καταστεί τόπος υποδοχής πληθυσμών εκτός Ελλάδος σε πολλές ιστορικές περιόδους. Ομογενείς πρόσφυγες από χώρες του Πόντου ή από την Αφρική, μετά το τέλος της αποικιοκρατίες, ενώ οι πολιτικές αλλαγές και οι κρίσεις που αυτές επέφεραν κατά την 10ετία 1970 προεκάλεσαν την δημιουργία ρεύματος εισροής Αράβων –κυρίως Χριστιανών-, από τις χώρες της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Επίσης, κατά το πρώτο ήμισυ της 10ετίας αυτής εμφανίζεται η προσέλευση εργατών από Φιλιππίνες, Αίγυπτο, Μαρόκο κ.λπ. Οι επίσημοι υπολογισμοί παρουσιάζουν έναν αριθμό 15.000 παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών εργαζομένων, ενώ εκτιμήσεις επιστημονικών και κοινωνικών φορέων ανεβάζουν αυτόν τον αριθμό στις 60-100.000 και το 1989 ο αριθμός αυτός ανέρχεται περί τις 200-300.000. Είναι σημαντικό να συγκρατηθεί ότι το πρόβλημα της καταγραφής και υπάρξεως πραγματικών στοιχείων περί του αριθμού, εθνικής κατανομής και ειδικότητας, παραμένει το ίδιο σε όλη την διάρκεια 3ων-4ων δεκαετιών και φυσικά είναι απορίας άξιον διότι η Ελλάδα, ειδικά την 10ετία του 1970, έχει υπάρξει, ταυτοχρόνως και χώρα υποδοχής και χώρα εξαγωγής μεταναστών.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι η χώρα μας δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αποδέκτης μεταναστών, αλλά και σε προηγούμενες περιόδους, ομάδες ανθρώπων, μετακινήθηκαν προς αυτήν. Μην παραβλέπουμε ότι ακόμη και οι ομογενειακοί πληθυσμοί, διαβιούντες εκτός Ελλάδας, μεταφέρουν σημαντικές μνήμες και πολιτισμικά στοιχεία από την κοινωνία της χώρας όπου προήλθαν. Είναι άλλωστε, γνωστά τα προβλήματα της ένταξης στην καθημερινή ζωή, των προσφύγων από την Μικρά Ασία ή των ομογενών από τον Πόντο και την τότε ΕΣΣΔ, αυτά υπάρχουν σε κάθε περίπτωση, καθώς ο γηγενής πληθυσμός της χώρας υποδοχής είτε είναι ελλειπώς προετοιμασμένος είτε δεν διαθέτει την ελαστικότητα και την ανοχή για την ενσωμάτωση των προσερχομένων είτε αισθάνεται να απειλείται. Φυσικά στην περίπτωση ομογενειακής ομάδας η προοπτική ενσωμάτωσης επιταχύνεται καθώς η διαδικασία υποβοηθείται από τα ενυπάρχοντα -έστω και παρηλλαγμένα-, κοινά εθνοτικά χαρακτηριστικά και είναι πιο βατή.
Αρχικώς, η αιφνιδιαστική είσοδος κατά την 10ετία του 1990 αντιμετωπίσθηκε με διστακτικότητα και υπό την πίεση κραυγών (θυμόμαστε πόσοι «πρόεδροι» συλλόγων ληστευθέντων, παρήλαυναν από τα τηλεοπτικά δίκτυα…). Μόλις το 2001, μετά δηλαδή από μια 10ετή περίοδο υποδοχής μεταναστευτικών ροών ψηφίζεται ο Ν. 2910/2001. Ήταν απολύτως ανεπαρκής και ασαφής, καθώς δεν απαντούσε ουσιαστικά σε κανένα από τα ζητήματα που ανέκυπταν από την εισροή μεταναστών στην Ελλάδα. Η ελληνική κακοδαιμονία που επηρεάζει και την νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η σύνταξη νόμων υπό την πίεση των γεγονότων και όχι υπό το πρίσμα μιας ανάλυσης και σχεδιασμού, οδήγησε στην δημιουργία του επομένου Ν.3386/2005 και ο οποίος, αποτελούσε μια αντιγραφή με κάποιες, ελάχιστες, βελτιώσεις του προηγουμένου 2910/01 και κρίθηκε αναγκαία η τροποποίησή του με τον Ν.3448/2006 και αργότερα αντικατεστάθη από τον Ν.3536/2007 που ατύχησε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι. Η δημιουργία 3 νομοθετημάτων και τα άπειρα Προεδρικά Διατάγματα, σε πραγματικό χρονικό διάστημα μικρότερο της 2ετίας, είναι ενδεικτικό σημείο της πρόχειρης αντιμετώπισης του μεταναστευτικού –πλέον- προβλήματος.
Επομένως, θα ανέμενε κάποιος, η σημερινή Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη σοβαρότητα το ζήτημα και να δώσει λύσεις πιο σοβαρές. Να εξαγγείλει και να εφαρμόσει μία συγκροτημένη και επεξεργασμένη πολιτική. Είναι σημαντικό και απολύτως θετικό το γεγονός της ίδρυσης χαρτοφυλακίου, μιας και απαιτείται πολιτική και όχι απλά, διοικητική παρέμβαση. Αυτό, ακυρώνεται όμως από την προχειρότητα των ενεργειών της Αναπληρ. Υπουργού. Δεν είναι ο αριθμός φιλοξενουμένων –πράγματι μικρός σε σχέση με το σύνολο των μεταναστών-, στα Κέντρα Κράτησης, αλλά η όλη αποτρεπτική λειτουργικότητά τους.
Η εικόνα που εμφανίσθηκε με το «άδειασμα» δεκάδων μεταναστών, χύδην, στο Αθηναϊκό κέντρο, δημιουργεί ευρέα περιθώρια επαναφοράς του κλίματος 2008-2010, πράγμα άκρως επικίνδυνο την περίοδο την οποία διανύουμε, με ακραίες ομάδες να αποενοχοποιούνται και να επιχειρούν να καταστήσουν την Χρυσή Αυγή ως τον εναλλακτικό πόλο.

Αναγκαίες παρεμβάσεις: Υπό την ανάγκη λειτουργικότητας και ταχύτερης διεκπεραίωσης διαδικασιών νομιμοποιητικών εγγραφων και αδειών διαμονής, κρίνεται επιβεβλημένη η μεταφορά της αρμοδιότητας των διοικητικών διαδικασιών σχετικές με αλλοδαπούς και πάλι στους ΟΤΑ Α΄ & Β΄ βαθμού. Στο Δήμο και την γειτονιά ο μετανάστης εντάσσεται, ο Δήμος και η γειτονιά τον υποδέχεται και εκεί κοινωνικοποιείται. Παραλλήλως είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι ΟΤΑ για δημιουργία δομών για την κοινωνική και πολιτισμική υποστήριξη των μεταναστών, καθώς και για την διερεύνηση και ανάδειξη δεξιοτήτων που οι μετανάστες έχουν, οι οποίες σίγουρα, είναι αξιοποιήσιμες και χρήσιμες στους Έλληνες επαγγελματίες, καλλιτέχνες και γενικότερα στους πολίτες, ενώ παραλλήλως δημιουργούν σχέσεις συνάφειας και ισότιμης συναλλαγής με ταυτόχρονη δημιουργία όρων αποτροπής του κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Σημαντική επίσης, παράμετρος είναι και η ύπαρξη φόβου για το/τον «άγνωστο».
Εδώ, εκτός από την Κεντρική Κυβέρνηση, σημαντικό ρόλο πρέπει να έχουν και οι Δήμοι. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν σε εβδομαδιαία ή 15νθήμερη βάση γεγονότα στις γειτονιές εκείνες όπου παρουσιάζονται τα γνωστά προβλήματα, έτσι ώστε οι ημεδαποί πολίτες να βγουν από τα σπίτια τους. Να έρθουν σε επαφή με τους μετανάστες, να γνωριστούν, με στόχο την άρση του «απρόσωπου» το οποίο αποξενώνει και τρομάζει. Εάν δεν ανοίξουν πάλι οι πόρτες π. χ. στην Αλκιβιάδου, την Αχαρνών, την Ηπείρου, την Νεοφύτου Μεταξά κ.α., από μόνη της η παρουσία της αστυνομίας –η οποία πρέπει, σαφώς, να είναι εμφανής και ουσιαστική-, δεν αρκεί, δεν αποτελεί λύση. Η λήψη μέτρων στο πλαίσιο των οποίων και η ενίσχυση της αστυνόμευσης δεν πρέπει να παραβλέπεται και να ενοχλεί. Έχουμε προχωρήσει ως κοινωνία από την εποχή του εμφυλίου και της δικτατορίας και συνεπώς, δεν νοείται η αντιμετώπιση των αστυνομικών αρχών με την αντίληψη των παρελθουσών περιόδων. Αντιθέτως, σε μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία η αστυνομία είναι εγγυητής της προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τέλος, απαιτείται η διεξοδική ανάπτυξη προβληματισμού, προκειμένου να εξευρεθούν μέσα και τρόποι πλήρους αξιοποιήσεως του μεταναστευτικού δυναμικού της Ελλάδας, στο οικονομικό-παραγωγικό γίγνεσθαι της Χώρας, θέμα που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημασία στο, υπό τις σημερινές συνθήκες δημοσιονομικής κρίσεως, νέο διαμορφούμενο πλαίσιο.

Σχετικά με τους αιτούντες άσυλο: Είναι η κατηγορία αλλοδαπών η οποία και αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς, η επίκληση ασύλου γίνεται αδιακρίτως και από μετακινούμενους που απλώς επιθυμούν να μεταναστεύσουν αναζητούντες καλύτερη οικονομική προοπτική Κάθε παρανόμως εισελθών στην χώρα, επικαλείται την διαδικασία ασύλου προκειμένου να παραμείνει στην Ελλάδα.
Δεδομένου, όπως προκύπτει και από προαναφερόμενες διατυπώσεις η νομιμοποίηση ή και η χορήγηση νομιμοποιητικών εγγράφων, είναι βασική προϋπόθεση για κάθε άλλη συζήτηση περί ενσωμάτωσης, πρέπει τα έγγραφα αυτά να είναι ισχυρά και να τελούν εν ισχύ έως την τελική κρίση του αιτήματος απονομής ασύλου και να εμπεριέχουν τα αναγκαία βιομετρικά στοιχεία του κατόχου. Αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την αποκέντρωση των υπηρεσιών υποδοχής, για την Υγεία και Εθνική Ασφάλεια, στις πύλες εισόδου (Έβρο, νησιά Αιγαίου), έτσι ώστε να μην καταλήγουν ανεξέλεγκτα στην Πρωτεύουσα όλοι οι προσφεύγοντες.
Όσον αφορά τέλος, την συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτά είναι προφανώς αδιαπραγμάτευτα, πλην της περιπτώσεως που τίθεται ζήτημα εθνικής ασφαλείας. Όμως, σαφώς, και υπάρχουν όρια. Εκείνα της Συνταγματικότητας, εκείνα, τα οποία ορίζονται από το Συνταγματικό κεκτημένο της χώρας υποδοχής. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται σε κάποιον μετανάστη να κακοποιεί την σύζυγό του ή να διακόπτει την σχολική εκπαίδευση της 9χρονης κόρης του, επειδή, αυτό αποτελεί πολιτισμικό του δεδομένο. Στην Ελλάδα, υφίστανται Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Αυτό είναι το όριο.
Ακόμη, θα ήθελα να τονίσω, ότι είναι αναγκαίο η Πολιτεία και ειδικότερα τα κόμματα ως θεσμοί Πολιτειακής συγκρότησης, να συνομιλούν κα να απευθύνονται στους μετανάστες ατομικά και όχι πάντοτε δια μέσου διαφόρων μεσαζόντων. Βεβαίως να αξιοποιηθούν οι συλλογικότητες των μεταναστών, αλλά, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η νομιμοποιητική βάση τους (σε πόσους και πώς απευθύνονται) και σε κάθε περίπτωση να μπορεί ο εκάστοτε φορέας να δημιουργεί διαύλους επικοινωνίας με τους μετανάστες ανεξαρτήτως παρεμβάσεων οποιωνδήποτε «καλοπροαίρετων» διαμεσολαβητών, οι οποίοι τις περισσότερες φορές απευθύνονται σε πολύ περιορισμένο και … ειδικό (!) κοινό.
Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω -είναι εντυπωσιακή η άγνοια ή η ηθελημένη παραπληροφόρηση για το θέμα-, ότι αυτά που αναμασούν πολλοί σχετικά με το Δουβλίνο ΙΙ (DublinGroup II), απέχουν κατά πολύ από την πραγματικότητα και μόνον στην σφαίρα της φαντασίωσής τους υπάρχουν. Πρόκειται για ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ και όχι συνθήκη ή οδηγία.
Η πολιτική της Ένωσης διακρίνει σαφώς την παράνομη από την νόμιμη μετανάστευση Συναφώς με την περίπτωση της νόμιμης μετανάστευσης, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη πολιτική εντεταγμένη σε κοινό σχεδιασμό. Αν ανιχνεύονται ψήγματα συν-αντίληψης, αυτά αφορούν κυρίως στο πεδίο της ένταξης και διαχέονται προς εφαρμογή μέσω οδηγιών· δηλαδή απλώς ορίζεται ένα γενικό πλαίσιο το οποίο δεν δεσμεύει τα Κ-Μ, κάθε ένα εκ των οποίων είναι ελεύθερο να σχεδιάζει την δική του πολιτική. Για την παράνομη μετανάστευση, την μη νόμιμη, υπάρχει αυστηρή πολιτική καθόσον η κατηγορία αυτή μετανάστευσης θεωρείται -και όχι χωρίς βάσιμες αιτίες-, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια και η πολιτική επ’ αυτού του πεδίου, ασκείται μέσω κανονισμών και αποφάσεων του Συμβουλίου. Επομένως, κάθε αιτίαση περί αναθεωρήσεως ή καταγγελίας του, είτε αγνοεί είτε σκοπίμως παραβλέπει το γεγονός ότι αφ’ ενός οι αλλαγές κανονισμών δεν αποτελούν συνήθη πρακτική της Ε.Ε. και αφ’ ετέρου, προκειμένου να συμβεί αυτό, προϋποτίθεται συναίνεση, την οποία δεν συγκεντρώνει η άποψη για αλλαγή ή τροποποίηση του συγκεκριμένου.
Υπάρχουν επιχειρήματα, τα οποία η ελληνική πλευρά θα εδύνατο να αντιπαρατάξει στην προσπάθεια τροποποιήσεων του Δουβλίνου ΙΙ και της αναπροσαρμογής του; Φυσικά και υπάρχουν, όπως ούτως ή άλλως, συν τω χρόνω, επέρχεται και η αντικειμενική μέσο/μακροπρόθεσμη αναγκαιότητα τροποποιήσεων και προσαρμογών –τα κανονιστικά κείμενα τροποποιούνται δύσκολα, δεν είναι όμως το ιερό Κοράνι. Πρώτα όμως θα πρέπει η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες διατάξεις και να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα που δίδεται δια του παρόντος κανονισμού, κάτι που δεν έχει γίνει. Δεν έχω ακούσει κάποιο σοβαρό επιχείρημα από όσους κραυγάζουν περί αυτού και δυστυχώς συμπεριλαμβάνονται και υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί παράγοντες, πρώην και νυν.

Χρήσιμη βιβλιογραφία:
  • Μουσούρου Λουκία, Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 1991.
  • Βεντούρα Λίνα, Μετανάστευση και ένταξη των μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 2006.
  • Χατζάκος Λυκούργος, Μετανάστευση και Ε.Ε. – κανονισμός Dublin II, στο: http://metarithmisi.gr/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-amp-%CE%B5-%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-dubli-ii/
Χρήσιμοι ιστότοποι:
  • http://www.europarl.europa.eu/aboutparliament/el/displayFtu.html?ftuId=FTU_5.12.3.html
  • http://europa.eu/legislation_summaries/justice_freedom_security/free_movement_of_persons_asylum_immigration/jl0059_el.htm
  • http://www.migrationpolicy.org/

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Πως φτάσαμε στη συνεργασία-υβρίδιο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, 2015 - koolnews.gr


vouli-570
Οι εκλογές τελείωσαν και το αποτέλεσμα είναι πλέον δεδομένο. Ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛ., η Χρυσή Αυγή διατηρεί δυνάμεις, ενώ, την «τιμή» της κεντροαριστεράς, μετά βίας, διασώζει το «Ποτάμι», ενώ, οι προσδοκίες που εξέθρεψε ο Γιώργος Παπανδρέου, δεν ευοδώθηκαν και έμεινε εκτός Κοινοβουλίου.

Δεν εκπλήσσομαι και δεν πρέπει να εντυπωσιάζει η συνεργασία των δύο ετερόκλητων και ομολογουμένως άκρως διαφορετικών τόσο από πλευράς ιδεολογικής όσο και πολιτικής συγκρότησης, κυβερνητικών εταίρων. Αυτό το υβρίδιο είναι η φυσική απόληξη μιας διεργασίας που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2011 και κορυφώθηκε με την εγκατάσταση των «αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος. Στην πλατεία που συναντήθηκαν και ομογενοποιήθηκαν ο αριστερός και δεξιός αντικαπιταλισμός-εθνικισμός-λαϊκισμός-αντιευρωπαϊσμός αποδίδοντες ένα περίεργο –αλλά απολύτως ερμηνεύσιμο-, μόρφωμα πολιτικής ασάφειας και ισοπεδωτικού συμψηφισμού.
Είναι η πολιτική έκφραση, ο συνδετικός ιστός, όχι μιας πραγματικής αγανάκτησης και οργής· όχι μιας άλλης πρότασης από άλλους ανθρώπους, αλλά, της μοχθηρής απελπισίας των καλομαθημένων και βολεμένων υπηκόων ενός μετά-Οθωμανικού Κράτους, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Κατά πόσο το κυβερνητικό σχήμα θα αποδειχθεί βιώσιμο, μέλλει να κριθεί. Το βέβαιο, όμως και σημαντικό, είναι ότι με την κυβέρνηση Σύριζα –έστω και με την συνδρομή των ακροδεξιών και στα όρια του εθνικισμού ΑΝΕΛ-, ολοκληρώνεται ένας μεταπολιτευτικός κύκλος. Προσωπικά, ανιχνεύω ως θετικό το γεγονός, αφού ένα τμήμα της ελληνικής αριστεράς θα ασκήσει κυβερνητική εξουσία και θα πάψει να ζει και να πολιτεύεται με μύθους και Χίμερες. Η ανάληψη ευθύνης έχει πάντοτε θετικά αποτελέσματα και ωριμάζει. Ακόμη και αν διαφωνώ σε πολλά σημεία της πολιτικής του, οφείλω να αναγνωρίσω ως γεγονός ότι, μάλλον, καλό αποτέλεσμα θα προκύψει για την κοινωνία και την πολιτική στην χώρα μας.
Ίσως, η κοινωνία αρχίσει να ισορροπεί σε ορθολογικές βάσεις και οι έννοιες «δημόσια σφαίρα» και «δημόσιο συμφέρον», αποκατασταθούν στο πραγματικό τους μέγεθος και ουσία. Ίσως, τεθούν οι βάσεις για την δημιουργία ενός πραγματικά σύγχρονου και θεσμικού Κράτους. Στην αντίθετη περίπτωση, το κόστος θα είναι τραγικά υψηλό.
Παράλληλα, θα είναι και η ευκαιρία να απομυθοποιηθεί ο «πλειοδοτών πατριωτισμός» ως η απάντηση έναντι οιασδήποτε δυσκολίας. Η Κυβέρνηση Τσίπρα θα έχει την ευκαιρία να διαψεύσει τους αντιπάλους της. Αν και τα πρώτα δείγματα δεν δικαιολογούν μεγάλη αισιοδοξία, παρά τους διθυράμβους και τα ρίγη συγκινήσεως που προκαλούν οι βρυχηθμοί των κυβερνητικών παραγόντων.
Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος είναι ασφυκτικά πιεστικός και πως, τόσο οι διεθνείς όσο και οι εσωτερικές συνθήκες δεν αφήνουν πολλά –για την ακρίβεια, δεν αφήνουν καθόλου- περιθώρια ολιγωρίας ή λανθασμένων επιλογών. Στην οικονομία, δεν νομίζω (κάτι που έχω επαναλάβει σε άρθρο μου, μετά την συνέντευξη του κ. Τσίπρα στην Θεσσαλονίκη), ότι θα συμβεί κάτι χειρότερο από όσα μέχρι σήμερα οι πολίτες αντιμετωπίσαμε. Η ανησυχία μου εστιάζει στον χειρισμό των διεθνών υποθέσεων της χώρας, είτε πολιτικών είτε οικονομικών.
Επ’ αυτού δεν κάναμε και την καλύτερη αρχή. Κάτι οι αμετροεπείς προεκλογικού χαρακτήρα δηλώσεις των νέων υπουργών, κάτι η στάση έναντι της ΕΕ στο θέμα των Ρωσικών κυρώσεων, προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Σε μία περίοδο που η χώρα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη συμμάχων και συμπαραστατών, είναι νομίζω άστοχο, επιεικώς, να προκαλούμε. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όσες φορές κατά την διάρκεια των ιστορικών χρόνων περιμέναμε τον «Μόσκοβο» να έρθει, αυτός κάτι τύχαινε και μας έστηνε στα ραντεβού· άλλωστε, η ίδια η Ρωσική κυβέρνηση χρειάζεται πλέον των 40 δις δολαρίων προκειμένου να λύσει άμεσα προβλήματά της.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι καλή μαρτυρία η αμφισημία. Οι κυρώσεις προς το Κρεμλίνο επικυρώθηκαν ομόφωνα από το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών και οι λεονταρισμοί έμειναν μετέωροι και κενό γράμμα. Βέβαια, ίσως η διψασμένη κοινή γνώμη να μένει στο πρώτο σκέλος της υπερήφανης αντίστασης, γιατί αυτό ήθελε να ακούσει. Όμως, υπάρχει, ήδη, ένα κρατούμενο ...
Μία ακόμη ατυχής, νομίζω, ενέργεια ήταν η βεβιασμένη εξαγγελία περί τέλους των ιδιωτικοποιήσεων και ειδικώτερα η σχετική με το λιμάνι του Πειραιά. Αφ’ ενός, γιατί η COSCO είναι εταιρία σινικών συμφερόντων και αν δεν απατώμαι η Κίνα είναι η άλλη προσδοκία για εξεύρεση οικονομικών πόρων από την σημερινή Ελληνική κυβέρνηση. Επιπροσθέτως, η ακύρωση της συμφωνίας δίνει δικαίωμα στην εταιρία να μην προχωρήσει στην εκτέλεση των έργων εκσυγχρονισμού και υποδομών του Πειραϊκού λιμένα, ενώ, απροβλημάτιστα διατηρεί τα κεκτημένα της, βάσει των ισχυουσών συμφωνιών και κερδίζει χρήματα, δίχως άλλες υποχρεώσεις.
Συνυπολογιζομένων και των αθρόων εξαγγελιών περί προσλήψεων, αυξήσεων και λοιπών παροχών, βαραίνει το κλίμα, εν όψει της αξιολόγησης και των συζητήσεων που η νέα κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει για το χρέος.
Ο απόηχος από την έλευση του επικεφαλής του Εurogroup προσέφερε αντιφατικά συμπεράσματα. Η στάση του νέου Υπουργού Οικονομικών, παρά τις ενθουσιώδεις κρίσεις στο εσωτερικό, καλύτερα κρίνεται από την θεατρολογική παρά από την πολιτική επιστήμη. Ευχή όλων η υπέρβαση των δυσθυμιών και η εξεύρεση θετικών λύσεων, οι οποίες, θα οδηγούν αφ’ ενός στην διατήρηση της Ευρωπαϊκής τροχιάς της χώρας και αφ’ ετέρου, στην εξομάλυνση και διόρθωση των κοινωνικών αδικιών, αλλά, κυρίως, στην επιτυχή παράσταση όρων μεγέθυνσης της οικονομίας.
Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις διακρίνεται αχνή πρόθεση μεταστροφής και ορθολογικής τοποθέτησης. Απόδειξη επ’ αυτού οι … διευκρινιστικές δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων αλλά και του Πρωθυπουργού. Εκτίμηση είναι ότι η ισορροπία μεταξύ των «επαναστατικών» προεκλογικών εξαγγελιών και της πραγματικής ζωής, βρίσκεται μόνον στην διενέργεια εκλογών εντός του 18μήνου. Αν αυτό συμβεί, είναι πολύ πιθανόν ο ΣΥΡΙΖΑ να πετύχει ισχυρή αυτοδυναμία, ενώ, θα δοθεί η δυνατότητα στον Πρωθυπουργό να ελέγξει απόλυτα την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής του ομάδας και ίσως, να απαλλαγεί από «κομμουνιστικογενή» βαρίδια. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτηση των κυρίων Λαφαζάνη και Στρατούλη σε δύο υπουργεία πρώτης γραμμής, από τα οποία κανείς σχεδόν, προκάτοχός τους δεν επιβίωσε, ενώ η όλη, άλλη σύνθεση της κυβέρνησης έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία ουδαμώς παραπέμπουν σε κινήματα ανατροπής ή επανάστασης –έστω και ειρηνικής.
Παρ’ όλα αυτά, ελπίδα όλων είναι η επιτυχής κατάληξη, γιατί το στοίχημα δεν είναι η παραμονή της κυβέρνησης ή η δικαίωση των αντιπάλων της, αλλά η δημιουργική πορεία της χώρας· η ανακούφιση των κοινωνικών ομάδων που πλήττονται επί μακρόν και η ευημερία των πολιτών. Προοπτικά, δύο είναι οι επιλογές: ή θα αποδειχθεί εφικτή η υλοποίηση των υπεσχημένων, οπότε όλοι θα επιβραβεύσουμε ή θα επέλθει σύγκρουση με τους εταίρους και θα δικαιωθεί η άλλη πλευρά, με εφιαλτικές όμως κοινωνικές συνέπειες.
Στους αντίποδες της ευφορικής νεφέλης των κυβερνητικών κομμάτων, οι ηττημένοι της 25ης Ιανουαρίου. Είναι πρόδηλο ότι και οι δύο πρώην κυβερνητικοί εταίροι (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ), αναμένουν σύντομη πρόσκρουση της νέας κυβέρνησης και θέλουν να είναι έτοιμοι σε ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση εντός συντόμου χρόνου. Εξ αυτού ο Αντώνης Σαμαράς δεν έθεσε κανένα θέμα περί της διαδοχής του και ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πιο σοφά ποιών, απομακρύνεται παραμένων. Η συντηρητική παράταξη δεν αντιμετωπίζει οξυμένα ζητήματα συνοχής και ηγεσίας, οπότε ο επικεφαλής της έχει περιθώρια ελιγμών.
Στο ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι απείρως δυσκολότερα. Η Παράταξη είναι υπό την επήρεια ενός ηχηρότατου ραπίσματος Οι εξελίξεις πρέπει να επισυμβούν όμως, σε περιβάλλον ψυχραιμίας και οι όποιες αποφάσεις να ληφθούν με νηφαλιότητα. Δεν είναι η αλλαγή ηγεσίας το πρωτίστως ζητούμενο, αλλά, η διατύπωση πολιτικής πρότασης για την πορεία της χώρας, με σαφή, απτή πρόταση αναπτυξιακού μοντέλου και τους θεσμούς, ώστε να ανακτηθεί επί της ουσίας η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και φυσικά να καταστεί δυνατόν να υπάρξουν οι αναγκαίες μεταβολές στην λειτουργία του. Δύσκολο, αλλά αναγκαίο…
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι σήμερα, όλα ήσαν απλά η προετοιμασία. Το Μεγάλο Πείραμα μόλις άρχισε και μέλλει να κριθεί αν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα είναι επίλογος ή προοίμιο.