Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Πολιτική για τη μετανάστευση: Μια ακόμη πρόχειρη αντιμετώπιση -Koolnews.gr - 16 Μαρτίου, 2015 (αναδημοσίευση:kallikratis.net - 18 Μαρτίου 2015

«τους αφήσαμε στην Ομόνοια γιατί εκεί είναι το φτηνό φαγητό, οι συμπατριώτες τους, το μετρό. Το επιχείρημα “γιατί όχι στην Εκάλη;» απαντώ τι να κάνουν στην Εκάλη....! Είναι σαν το ερώτημα «γιατί δεν τους πάει η υπουργός στο σπίτι της;»! Επειδή το Υπουργείο εδώ έχει γίνει το σπίτι μου θα τους φέρω εδώ, στο Υπουργείο, αν ενοχλούν. Έχει πολλούς διαδρόμους…»
«το ότι κοιμούνται στο δρόμο και δεν έχουν πού να πάνε και ότι ψάχνονται είναι ψέμα», σημειώνοντας ότι «στους όρους που έχουμε βάλει είναι να δηλώσει οικία κατοικίας αλλά και Αστυνομικό Τμήμα που θα πρέπει να παρουσιάζεται κάθε 15 μέρες».

Και με αυτές τις φράσεις η ΑΝΥΠ Μεταναστευτικής Πολιτικής επανέφερε το θέμα του μεταναστευτικού ως πρόβλημα. Δύσκολα κατανοεί κάποιος την ενέργειά της. Προφανώς, εγκλωβισμένη στην αφέλεια και εμμονές των αριστεροφανών προσεγγίσεων του κυβερνώντος κόμματος -αυτό συνάγεται και από την πενία των επιχειρημάτων της-, δεν αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις σε μέσο και απώτερο χρόνο από αυτήν την πράξη. Σε καμία περίπτωση, δεν είμαι θιασώτης αντιλήψεων εξοστρακισμού των μεταναστών και ούτε θεωρώ την εκ τύχης Ελληνική ιθαγένεια μου ως συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων. Έχω την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι και η ποιότητά τους δεν συναρτάται από το διαβατήριό τους, την πίστη ή το φύλο τους. Είμαι όμως πολίτης ενός Κράτους που οφείλει να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του με ρεαλισμό, σοβαρό προγραμματισμό και μέθοδο. Που οφείλει να ασκεί πολιτική υπέρ όλων, όσων βρίσκονται εντός των ορίων της επικράτειάς του.

Το μεταναστευτικό δεν είναι ήσσονος σημασίας κοινωνικό ζήτημα, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγική διαδικασία, την δημόσια τάξη και ενδεχομένως σε κάποιες περιπτώσεις και με την εθνική ασφάλεια. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ζήτημα που πρέπει να προσεγγίζεται με αφέλεια ή να χρησιμοποιείται ως όχημα επίδειξης επιτηδευμένης αριστεροσύνης.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι άνθρωποι μετακινούνται, είναι ευάλωτοι, αγχωμένοι και η ανασφάλεια κυριαρχεί την συμπεριφορά τους. Ακόμη και κατά τις μετακινήσεις ρουτίνας, αν και επιδρά ή δύναμη της συνήθειας και δεν είναι απολύτως συνειδητή αυτή η αίσθηση, θα παρατηρήσουμε ότι όλοι μας είμαστε ευαίσθητοι σε κάποιον άλλο θόρυβο, έξω από τον καθημερινό, στρέφουμε το βλέμμα αν ακουστεί κάποιος βηματισμός και θέλουμε να φθάσουμε το ταχύτερο δυνατόν στην ασφάλεια του χώρου τον οποίο γνωρίζουμε. Μπορούμε, επομένως, να φανταστούμε, πόσο αυτά τα αισθήματα οξύνονται όταν η μετακίνηση είναι αιφνίδια και ο προορισμός άγνωστος, δεν αφορά στην υποχρεωτική αυτή καθημερινότητα, αλλά προκύπτει υπό όρους εξαναγκασμού, βίας –όχι μόνον της προκαλουμένης εκ φυσικών καταστροφών ή εμπολέμων καταστάσεων, αλλά και εξ αυτής την οποία γεννά η οικονομική ένδεια.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία υποδοχής και ειδικότερα όταν δεν είναι προετοιμασμένη, εκλαμβάνει την έλευση των «ξένων» ως εισβολή και κυριαρχείται σταδιακά από την ανασφάλεια και τον φόβο, συναισθήματα που προκαλούνται τόσο από την παρουσία του άγνωστου και απρόσωπου αλλοδαπού, όσο και εκείνη την οποία επιφέρει η ύπαρξη μιας οικονομικής κρίσης, καθώς διάφοροι ανόητοι καλλιεργούν την εντύπωση ότι για την ανεργία των γηγενών ή ημεδαπών, ευθύνεται η παρουσία ξένων και όχι η ύφεση και η αδυναμία αναπτυξιακής δυναμικής.
Εντός αυτού του πλαισίου, η πιθανότητα δημιουργίας οξύνσεων, συνδυαζόμενη με την απουσία ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση και αδιάβλητων, αποτελεσματικά λειτουργικών θεσμικών οργάνων, αυξάνεται σε υψηλά επίπεδα επικινδυνότητας. Η πρόσφατη εμπειρία μας, το επιβεβαιώνει. Η ανεπάρκεια των οργάνων της Πολιτείας και η παρουσία αλλοδαπών, υπό καθεστώς γκρίζας ζώνης και σε κατάσταση οριακής εξαθλίωσης, απουσία ουσιαστικών ελέγχων έδωσε σε κάποια φασιστοειδή αποβράσματα την δυνατότητα να εκμεταλλευτούν το κενό και να «πουλάνε» προστασία στους κατοίκους του Αθηναϊκού κέντρου και να εκτονώνουν την ψυχωτική αθλιότητά τους, πάνω σε κάθε μετανάστη.

Η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική Πολιτεία στην αντιμετώπιση του θέματος, επιτρέπει την γέννηση σοβαρών αμφιβολιών που σχετίζονται με το κατά πόσο υπάρχει συνείδηση της ευθύνης την οποία συνεπάγεται η ύπαρξη άνω του 1,5 εκμ. αλλοδαπών. Η γενική αρχή της πολιτικής πρακτικής, να παραπέμπεται κάθε «καυτό» πρόβλημα στο μέλλον εφαρμόσθηκε απολύτως και σε αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με αυτήν, η πολιτική για την μετανάστευση, καρκινοβατεί ανάμεσα στην άρνηση και στην αφομοίωση, δίχως να διαμορφώνεται ένα σαφές και καθαρό πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον. Η ασάφεια και η άγνοια στην διαχείριση, είχαν ως αποτέλεσμα την αποτυχία ακόμη και στο ελάχιστο μέτρο, εκείνο δηλαδή της ένταξης του μεταναστευτικού πληθυσμού σε έναν κοινά αποδεκτά τρόπο καθημερινής διαβίωσης. Πρέπει να αποφασίσουμε αν θα είμαστε χώρα αφομοίωσης –έστω και μερικής- των μεταναστών είτε χώρα μη αφομοίωσης, δηλαδή χώρα που απλώς αναζητά εργατικό δυναμικό. Είναι προφανείς οι διαφορές που ανακύπτουν από την διάκριση των δύο αυτών προσεγγίσεων. Επ’ αυτού, δεν έχει προκληθεί καμία συζήτηση και μόνον δόγματα εκφράζονται. Κάθε πλευρά λαϊκίζει και η προκαλούμενη αντιπαράθεση στερείται ουσιαστικού περιεχομένου.
Αν για το ζήτημα των νομίμων και ειδικότερα των οικονομικών μεταναστών του πρώτου κύματος από την Αλβανία και τις πρώην Ανατολικές χώρες έχει, έστω και εκ των πραγμάτων, δρομολογηθεί κάποια λύση -με πάντοτε ανοικτά τα θέματα ένταξης και δικαιωμάτων που δεν πρέπει να θεωρούνται ασήμαντα ή μη χρίζοντα παρεμβάσεων-, το μείζον ζήτημα σήμερα, ανακύπτει από την παράνομη, αθρόα προσέλευση αλλοδαπών από την Ασία ( Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ιράκ κ.ά.) και από χώρες της Αφρικής. Μεταξύ των δύο ρευμάτων υφίστανται σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Αφ’ ενός, οι πρώτοι μετανάστες ήταν πιο κοντά πολιτισμικά στην ελληνική κοινότητα (λόγω θρησκευτικής και εν γένει πολιτισμικής συνάφειας) και αφ’ ετέρου, είχαν στην μεγάλη πλειοψηφία τους προορισμό την Ελλάδα, είτε προσωρινά για την συγκέντρωση κάποιου κεφαλαίου από την εργασία τους και μετά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους είτε αποσκοπούσαν σε μόνιμη μετοικεσία· οι πληθυσμοί μεταναστών του νέου ρεύματος, προσέρχονται με κάθε μέσο στην χώρα, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν κυρίως, ως πύλη εισόδου και διάμεσο σταθμό, για την μετάβασή τους σε  άλλες, ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. (Γερμανία, Σουηδία κ.λπ.) ή τις Η.Π.Α. και Καναδά (σε μια διαδρομή μέσω Ισπανίας). Για λόγους είτε οικονομικής αδυναμίας είτε νομικών εμπλοκών (σύλληψη, καταγραφή κ.λπ.), «κολλάνε» στην Ελλάδα και δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια κατηγορία σύγχρονων νομάδων πόλεων, από τους οποίους, άλλοι αρνούνται και άλλοι  αδυνατούν να καταγραφούν και να αποκτήσουν νομιμοποιητικά έγγραφα, με επακόλουθη συνέπεια την ανεξέλεγκτη περιφορά τους στα αστικά κέντρα.
Η αδυναμία, ταυτοπροσωπίας και προσδιορισμού της χώρας προελεύσεως (όχι της χώρας διελεύσεως) –εφ’ όσον οι Διπλωματικές Αρχές των χωρών αυτών είτε δεν επιθυμούν την συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές είτε πράγματι αδυνατούν να βεβαιώσουν την υπηκοότητά τους-, καθιστά αδύνατη την επαναπροώθησή τους και φυσικά δεν υπάρχουν κρατητήρια που να χωρέσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα μετά από κάποιες ημέρες (30-90 στην χειρότερη περίπτωση), να αφήνονται ελεύθεροι, για να επανεκκινήσει ο κύκλος όταν συλληφθούν την επόμενη φορά. Εφ’ όσον δεν αισθάνονται τον έλεγχο ή ακόμη και αυτήν την ελάχιστη υποχρέωση λογοδοσίας, την οποία συνεπάγεται η καταγραφή τους από τις Αρχές, δεδομένης της ένδειας και απόγνωσης -συνδυαζόμενες με το πολιτισμικό background (π.χ., για κάποιον φανατικό ισλαμιστή, η καταβολή χρηματικού αντιτίμου είναι υποχρέωση των αλλοθρήσκων για την δυνατότητά τους να έχουν άλλη θρησκεία και να συνεχίσουν να ζουν)-, αυξάνονται οι κίνδυνοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, φυσικά όχι ως γενικευμένη κατάσταση, από ακραία ή άτομα με οριακή και παραβατική συμπεριφορά. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω κάποιες σκέψεις επί του θέματος, με κίνητρο την προσπάθεια εισφοράς στον δημόσιο διάλογο.

Προβλήματα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικής για την μετανάστευση: Το μεταναστευτικό είναι θέμα με δύο κατευθύνσεις. Προσεγγίζεται και αντιμετωπίζεται είτε ως ζήτημα κοινωνικής ένταξης είτε ως ζήτημα Δημόσιας Τάξης (και εύκολα, ιδιαίτερα σήμερα, τρέπεται και σε πρόβλημα Εθνικής ή/και Ευρωπαϊκής Ασφάλειας). Ατυχώς, η επί 10ετίες, έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής για την μετανάστευση ή η ατολμία με την οποία αντιμετωπίσθηκε το θέμα, είχε οδηγήσει τα πράγματα –ειδικά στο κέντρο της Αθήνας-, στα όρια της δεύτερης εκδοχής, με τις ομάδες νεοφασιστών να αλωνίζουν, υποκαθιστώντας τις Αρχές.
Ο σχεδιασμός μιας πολιτικής για την μετανάστευση οφείλει να αφορά σε όλα τα στάδια που περιλαμβάνει η μετακίνηση. Απαιτούνται δηλαδή πρόνοιες για την είσοδο, την υποδοχή, την καταγραφή την παροχή εγγράφων ταυτοπροσωπίας και νομιμοποιητικών της παραμονής ή διαμονής, τον καθορισμό ποιός είναι μετανάστης και ποιός πρόσφυγας και ποιος δικαιούται απονομής ασύλου και για ποιους λόγους (ο ορισμός και οι προβλέψεις της Συμβάσεως της Γενεύης έχουν εκ των πραγμάτων ξεπερασθεί και χρίζουν αναθεωρήσεων). Ο όποιος σχεδιασμός όμως, πρέπει να είναι συμβατός με την επιλογή στόχου ο οποίος θα έχει τεθεί σχετικά με την προσδοκία αυτής της πολιτικής. Δηλαδή, θα στοχεύει στην πολιτική αφομοίωσης-ενσωμάτωσης ή απλώς θα διαχειρίζεται έναν πληθυσμό μεταναστών και θα δημιουργεί συνθήκες που θα τους υποχρεώνει να εγκαταλείψουν την χώρα, αφού πρώτα τους έχει εκμεταλλευθεί ως εργατικό δυναμικό; Η δεύτερη επιλογή φυσικά και δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει επιλογή. Εκτός του ότι στερείται ηθικής, δεν είναι συμβατή με την γενικότερη αντίληψη στην Ε.Ε. και κυρίως, με τις αρχές του σύγχρονου δικαίου. Η χρήση όρων αφομοίωση-ενσωμάτωση-ένταξη, προκαλεί σύγχυση καθώς η σημασιολογία τους δεν καθορίζεται επακριβώς. Οι όροι ενσωμάτωση και ένταξη είναι πολιτικοί και επομένως το περιεχόμενο και η σημασιολογία τους, υπόκεινται στις εκάστοτε κοινωνικές μεταβολές. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας «ένταξης» και «ενσωμάτωσης» κοινά αποδεκτής, καθώς οι μέθοδοι οι οποίες προωθούνται εξαρτώνται ευθέως και ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες.
Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε μία κατεύθυνση για την διεργασία αφομοίωσης, πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για μια διαδικασία αλληλοδιείσδυσης και συγχώνευσης κατά την οποία συσσωματώνεται μία ομάδα στην κοινή πολιτιστική ζωή. Αυτή η διαδικασία είναι συνδεδεμένη με την «ορατότητα» (όρος που περιγράφει ο R. Park) δηλαδή την εμφανή διαφορετικότητα του μετανάστη λόγω των ιδιαίτερων πολιτισμικών στοιχείων τα οποία αυτός προσκομίζει από την χώρα προελεύσεώς του και τον κάνουν να διακρίνεται ως μέλος μιας ξεχωριστής ομάδας. Η διακοπή της επίδειξης αυτών διακριτών στοιχείων, καθιστούν τον μετανάστη «αόρατο» από το σύνολο της κοινωνίας στην οποία υπάρχει. Ευνοήτως, αυτή η διεργασία διαφοροποιείται από το άτομο σε σχέση με την ομάδα, η οποία καθίσταται ορατή ως διαφορετική πιο εύκολα και η διαδικασία αφομοίωσης καθίσταται πιο μακρά και σύνθετη. Και αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν στον σχεδιασμό μεταναστευτικής πολιτικής. Το δε υποκείμενο της διεργασίας αυτής μετέρχεται από διαφορετικά στάδια:
i. Την τεχνική και οικονομική αφομοίωση, δηλαδή μία εξωτερική προσαρμογή και συμμόρφωση στον γενικό τρόπο ζωής.
ii. Την πολιτισμική αφομοίωση, όπου κατά το στάδιο αυτό, προσλαμβάνονται νέα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, παραλλάσσονται τα παλαιά μέσω διεργασιών ψυχολογικής επαναπροσαρμογής
iii. Την εθνική αφομοίωση, δηλαδή την βιολογική ανάμιξη ουσιασικά μέσω επιγαμίας, θέμα που εξαιρετικά σπανίως αφορά την πρώτη γενιά.
Καθίσταται κατανοητό ότι για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αφομοίωσης, απαιτούνται, τουλάχιστον τρεις διαδοχικές γενεές.
Ένα σημείο το οποίο πρέπει να συγκρατείται, είναι πως οι μετανάστες εκτός από την υποχρέωση, να διαχειρισθούν θέματα που σχετίζονται με την άμεση επιβίωσή τους, πρέπει να ξεπεράσουν το πολιτισμικό shock που συνεπάγεται η μετακίνησή τους και η απότομη επαφή με έναν διαφορετικό πολιτισμό. Ταυτοχρόνως, δηλαδή, πρέπει να διέλθουν από μια διαδικασία από-κοινωνικοποίησης σε σχέση με την ήδη κοινωνικοποίησή τους στην χώρα προέλευσης και επανα-κοινωνικοποίησης στην χώρα την οποία προσήλθαν. Τούτο σημαίνει πως πρέπει να αποβάλλουν αξίες της κοινωνίας από την οποία έφυγαν και να υιοθετήσουν αξίες και στοιχεία της κοινωνίας υποδοχής. Η εξέλιξη αυτής της διεργασίας και η επιτυχής πορεία της χαρακτηρίζει την κατάληξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης.
Για να γίνει δυνατή και επιτυχής η διαδικασία αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν μια σειρά μεταβλητών παραμέτρων, όπως:
i. Η φύση των κινήτρων μετανάστευσης και ιδιαίτερα να εκτιμάται η φύση της κρίσης η οποία ώθησε τους μετανάστες στην μετακίνηση,
ii. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και η δομή της μεταναστευτικής διαδικασίας,
iii. Η διαδικασία θεσμοποίησης στην χώρα υποδοχής
iv. Οι διευκολύνσεις που οι θεσμοί αυτοί παρέχουν προς τους μετανάστες και οι υποχρεώσεις και απαιτήσεις που έχουν από αυτούς.
v. Η συμβατότητα των δυνατοτήτων και απαιτήσεων με τις προσδοκίες των μεταναστών και τις κοινωνικο-πολιτικές τους αξίες,
vi. Τα όρια ανοχής, πλουραλισμού και ευελιξίας της κοινότητας υποδοχής σχετικά με την κατανομή και το περιεχόμενο των κοινωνικών ρόλων
vii. Η παρουσία παραγόντων που δημιουργούν συνθήκες, αν όχι διάλυσης, πάντως διατάραξης της κοινωνικής συνοχής.
Ένα βασικό σφάλμα, στην όλη διαχείριση της μετανάστευσης στην χώρα μας, εντοπίζεται στο γεγονός ότι η συζήτηση εστιάζει αποκλειστικά στο πεδίο των Δικαιωμάτων –προφανώς αυτό δεν υποτιμάται-, δίχως να επεκτείνεται στην ανάλυση και προσπάθεια κατανόησης των αιτίων τα οποία ωθούν πληθυσμούς στην μετακίνηση από την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών. Τούτο, έχει ως άμεση επίπτωση την αντιμετώπιση του μετανάστη ως αυτουργού και όχι ως υποκειμένου της μετακίνησης, πράγμα που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες, προκειμένου να αποκτήσουν ερείσματα οι ρατσιστικές και εν πάση περιπτώσει, οι αντιδραστικές και ξενοφοβικές προσεγγίσεις. Αυτό, η προσπάθεια δηλαδή της επεξήγησης του φαινομένου ως διαχρονικό και ανεξαρτήτου της βουλήσεως των ατόμων, έχω την εντύπωση ότι θα βοηθούσε σημαντικά στην δημιουργία και στήριξη από το σύνολο των πολιτών, μιας ουσιαστικής και αποδοτικής πολιτικής για την μετανάστευση και θα διευκολυνθούν οι διαδικασίες και τα στάδια αφομοίωσης και ενσωμάτωσης.

Η μετανάστευση στην Ελλάδα: Η ελληνική Επικράτεια, έχει καταστεί τόπος υποδοχής πληθυσμών εκτός Ελλάδος σε πολλές ιστορικές περιόδους. Ομογενείς πρόσφυγες από χώρες του Πόντου ή από την Αφρική, μετά το τέλος της αποικιοκρατίες, ενώ οι πολιτικές αλλαγές και οι κρίσεις που αυτές επέφεραν κατά την 10ετία 1970 προεκάλεσαν την δημιουργία ρεύματος εισροής Αράβων –κυρίως Χριστιανών-, από τις χώρες της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Επίσης, κατά το πρώτο ήμισυ της 10ετίας αυτής εμφανίζεται η προσέλευση εργατών από Φιλιππίνες, Αίγυπτο, Μαρόκο κ.λπ. Οι επίσημοι υπολογισμοί παρουσιάζουν έναν αριθμό 15.000 παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών εργαζομένων, ενώ εκτιμήσεις επιστημονικών και κοινωνικών φορέων ανεβάζουν αυτόν τον αριθμό στις 60-100.000 και το 1989 ο αριθμός αυτός ανέρχεται περί τις 200-300.000. Είναι σημαντικό να συγκρατηθεί ότι το πρόβλημα της καταγραφής και υπάρξεως πραγματικών στοιχείων περί του αριθμού, εθνικής κατανομής και ειδικότητας, παραμένει το ίδιο σε όλη την διάρκεια 3ων-4ων δεκαετιών και φυσικά είναι απορίας άξιον διότι η Ελλάδα, ειδικά την 10ετία του 1970, έχει υπάρξει, ταυτοχρόνως και χώρα υποδοχής και χώρα εξαγωγής μεταναστών.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι η χώρα μας δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αποδέκτης μεταναστών, αλλά και σε προηγούμενες περιόδους, ομάδες ανθρώπων, μετακινήθηκαν προς αυτήν. Μην παραβλέπουμε ότι ακόμη και οι ομογενειακοί πληθυσμοί, διαβιούντες εκτός Ελλάδας, μεταφέρουν σημαντικές μνήμες και πολιτισμικά στοιχεία από την κοινωνία της χώρας όπου προήλθαν. Είναι άλλωστε, γνωστά τα προβλήματα της ένταξης στην καθημερινή ζωή, των προσφύγων από την Μικρά Ασία ή των ομογενών από τον Πόντο και την τότε ΕΣΣΔ, αυτά υπάρχουν σε κάθε περίπτωση, καθώς ο γηγενής πληθυσμός της χώρας υποδοχής είτε είναι ελλειπώς προετοιμασμένος είτε δεν διαθέτει την ελαστικότητα και την ανοχή για την ενσωμάτωση των προσερχομένων είτε αισθάνεται να απειλείται. Φυσικά στην περίπτωση ομογενειακής ομάδας η προοπτική ενσωμάτωσης επιταχύνεται καθώς η διαδικασία υποβοηθείται από τα ενυπάρχοντα -έστω και παρηλλαγμένα-, κοινά εθνοτικά χαρακτηριστικά και είναι πιο βατή.
Αρχικώς, η αιφνιδιαστική είσοδος κατά την 10ετία του 1990 αντιμετωπίσθηκε με διστακτικότητα και υπό την πίεση κραυγών (θυμόμαστε πόσοι «πρόεδροι» συλλόγων ληστευθέντων, παρήλαυναν από τα τηλεοπτικά δίκτυα…). Μόλις το 2001, μετά δηλαδή από μια 10ετή περίοδο υποδοχής μεταναστευτικών ροών ψηφίζεται ο Ν. 2910/2001. Ήταν απολύτως ανεπαρκής και ασαφής, καθώς δεν απαντούσε ουσιαστικά σε κανένα από τα ζητήματα που ανέκυπταν από την εισροή μεταναστών στην Ελλάδα. Η ελληνική κακοδαιμονία που επηρεάζει και την νομοθετική πρωτοβουλία, δηλαδή η σύνταξη νόμων υπό την πίεση των γεγονότων και όχι υπό το πρίσμα μιας ανάλυσης και σχεδιασμού, οδήγησε στην δημιουργία του επομένου Ν.3386/2005 και ο οποίος, αποτελούσε μια αντιγραφή με κάποιες, ελάχιστες, βελτιώσεις του προηγουμένου 2910/01 και κρίθηκε αναγκαία η τροποποίησή του με τον Ν.3448/2006 και αργότερα αντικατεστάθη από τον Ν.3536/2007 που ατύχησε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι. Η δημιουργία 3 νομοθετημάτων και τα άπειρα Προεδρικά Διατάγματα, σε πραγματικό χρονικό διάστημα μικρότερο της 2ετίας, είναι ενδεικτικό σημείο της πρόχειρης αντιμετώπισης του μεταναστευτικού –πλέον- προβλήματος.
Επομένως, θα ανέμενε κάποιος, η σημερινή Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη σοβαρότητα το ζήτημα και να δώσει λύσεις πιο σοβαρές. Να εξαγγείλει και να εφαρμόσει μία συγκροτημένη και επεξεργασμένη πολιτική. Είναι σημαντικό και απολύτως θετικό το γεγονός της ίδρυσης χαρτοφυλακίου, μιας και απαιτείται πολιτική και όχι απλά, διοικητική παρέμβαση. Αυτό, ακυρώνεται όμως από την προχειρότητα των ενεργειών της Αναπληρ. Υπουργού. Δεν είναι ο αριθμός φιλοξενουμένων –πράγματι μικρός σε σχέση με το σύνολο των μεταναστών-, στα Κέντρα Κράτησης, αλλά η όλη αποτρεπτική λειτουργικότητά τους.
Η εικόνα που εμφανίσθηκε με το «άδειασμα» δεκάδων μεταναστών, χύδην, στο Αθηναϊκό κέντρο, δημιουργεί ευρέα περιθώρια επαναφοράς του κλίματος 2008-2010, πράγμα άκρως επικίνδυνο την περίοδο την οποία διανύουμε, με ακραίες ομάδες να αποενοχοποιούνται και να επιχειρούν να καταστήσουν την Χρυσή Αυγή ως τον εναλλακτικό πόλο.

Αναγκαίες παρεμβάσεις: Υπό την ανάγκη λειτουργικότητας και ταχύτερης διεκπεραίωσης διαδικασιών νομιμοποιητικών εγγραφων και αδειών διαμονής, κρίνεται επιβεβλημένη η μεταφορά της αρμοδιότητας των διοικητικών διαδικασιών σχετικές με αλλοδαπούς και πάλι στους ΟΤΑ Α΄ & Β΄ βαθμού. Στο Δήμο και την γειτονιά ο μετανάστης εντάσσεται, ο Δήμος και η γειτονιά τον υποδέχεται και εκεί κοινωνικοποιείται. Παραλλήλως είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι ΟΤΑ για δημιουργία δομών για την κοινωνική και πολιτισμική υποστήριξη των μεταναστών, καθώς και για την διερεύνηση και ανάδειξη δεξιοτήτων που οι μετανάστες έχουν, οι οποίες σίγουρα, είναι αξιοποιήσιμες και χρήσιμες στους Έλληνες επαγγελματίες, καλλιτέχνες και γενικότερα στους πολίτες, ενώ παραλλήλως δημιουργούν σχέσεις συνάφειας και ισότιμης συναλλαγής με ταυτόχρονη δημιουργία όρων αποτροπής του κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης. Σημαντική επίσης, παράμετρος είναι και η ύπαρξη φόβου για το/τον «άγνωστο».
Εδώ, εκτός από την Κεντρική Κυβέρνηση, σημαντικό ρόλο πρέπει να έχουν και οι Δήμοι. Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν σε εβδομαδιαία ή 15νθήμερη βάση γεγονότα στις γειτονιές εκείνες όπου παρουσιάζονται τα γνωστά προβλήματα, έτσι ώστε οι ημεδαποί πολίτες να βγουν από τα σπίτια τους. Να έρθουν σε επαφή με τους μετανάστες, να γνωριστούν, με στόχο την άρση του «απρόσωπου» το οποίο αποξενώνει και τρομάζει. Εάν δεν ανοίξουν πάλι οι πόρτες π. χ. στην Αλκιβιάδου, την Αχαρνών, την Ηπείρου, την Νεοφύτου Μεταξά κ.α., από μόνη της η παρουσία της αστυνομίας –η οποία πρέπει, σαφώς, να είναι εμφανής και ουσιαστική-, δεν αρκεί, δεν αποτελεί λύση. Η λήψη μέτρων στο πλαίσιο των οποίων και η ενίσχυση της αστυνόμευσης δεν πρέπει να παραβλέπεται και να ενοχλεί. Έχουμε προχωρήσει ως κοινωνία από την εποχή του εμφυλίου και της δικτατορίας και συνεπώς, δεν νοείται η αντιμετώπιση των αστυνομικών αρχών με την αντίληψη των παρελθουσών περιόδων. Αντιθέτως, σε μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία η αστυνομία είναι εγγυητής της προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τέλος, απαιτείται η διεξοδική ανάπτυξη προβληματισμού, προκειμένου να εξευρεθούν μέσα και τρόποι πλήρους αξιοποιήσεως του μεταναστευτικού δυναμικού της Ελλάδας, στο οικονομικό-παραγωγικό γίγνεσθαι της Χώρας, θέμα που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημασία στο, υπό τις σημερινές συνθήκες δημοσιονομικής κρίσεως, νέο διαμορφούμενο πλαίσιο.

Σχετικά με τους αιτούντες άσυλο: Είναι η κατηγορία αλλοδαπών η οποία και αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς, η επίκληση ασύλου γίνεται αδιακρίτως και από μετακινούμενους που απλώς επιθυμούν να μεταναστεύσουν αναζητούντες καλύτερη οικονομική προοπτική Κάθε παρανόμως εισελθών στην χώρα, επικαλείται την διαδικασία ασύλου προκειμένου να παραμείνει στην Ελλάδα.
Δεδομένου, όπως προκύπτει και από προαναφερόμενες διατυπώσεις η νομιμοποίηση ή και η χορήγηση νομιμοποιητικών εγγράφων, είναι βασική προϋπόθεση για κάθε άλλη συζήτηση περί ενσωμάτωσης, πρέπει τα έγγραφα αυτά να είναι ισχυρά και να τελούν εν ισχύ έως την τελική κρίση του αιτήματος απονομής ασύλου και να εμπεριέχουν τα αναγκαία βιομετρικά στοιχεία του κατόχου. Αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την αποκέντρωση των υπηρεσιών υποδοχής, για την Υγεία και Εθνική Ασφάλεια, στις πύλες εισόδου (Έβρο, νησιά Αιγαίου), έτσι ώστε να μην καταλήγουν ανεξέλεγκτα στην Πρωτεύουσα όλοι οι προσφεύγοντες.
Όσον αφορά τέλος, την συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτά είναι προφανώς αδιαπραγμάτευτα, πλην της περιπτώσεως που τίθεται ζήτημα εθνικής ασφαλείας. Όμως, σαφώς, και υπάρχουν όρια. Εκείνα της Συνταγματικότητας, εκείνα, τα οποία ορίζονται από το Συνταγματικό κεκτημένο της χώρας υποδοχής. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται σε κάποιον μετανάστη να κακοποιεί την σύζυγό του ή να διακόπτει την σχολική εκπαίδευση της 9χρονης κόρης του, επειδή, αυτό αποτελεί πολιτισμικό του δεδομένο. Στην Ελλάδα, υφίστανται Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Αυτό είναι το όριο.
Ακόμη, θα ήθελα να τονίσω, ότι είναι αναγκαίο η Πολιτεία και ειδικότερα τα κόμματα ως θεσμοί Πολιτειακής συγκρότησης, να συνομιλούν κα να απευθύνονται στους μετανάστες ατομικά και όχι πάντοτε δια μέσου διαφόρων μεσαζόντων. Βεβαίως να αξιοποιηθούν οι συλλογικότητες των μεταναστών, αλλά, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η νομιμοποιητική βάση τους (σε πόσους και πώς απευθύνονται) και σε κάθε περίπτωση να μπορεί ο εκάστοτε φορέας να δημιουργεί διαύλους επικοινωνίας με τους μετανάστες ανεξαρτήτως παρεμβάσεων οποιωνδήποτε «καλοπροαίρετων» διαμεσολαβητών, οι οποίοι τις περισσότερες φορές απευθύνονται σε πολύ περιορισμένο και … ειδικό (!) κοινό.
Τέλος, θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω -είναι εντυπωσιακή η άγνοια ή η ηθελημένη παραπληροφόρηση για το θέμα-, ότι αυτά που αναμασούν πολλοί σχετικά με το Δουβλίνο ΙΙ (DublinGroup II), απέχουν κατά πολύ από την πραγματικότητα και μόνον στην σφαίρα της φαντασίωσής τους υπάρχουν. Πρόκειται για ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ και όχι συνθήκη ή οδηγία.
Η πολιτική της Ένωσης διακρίνει σαφώς την παράνομη από την νόμιμη μετανάστευση Συναφώς με την περίπτωση της νόμιμης μετανάστευσης, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη πολιτική εντεταγμένη σε κοινό σχεδιασμό. Αν ανιχνεύονται ψήγματα συν-αντίληψης, αυτά αφορούν κυρίως στο πεδίο της ένταξης και διαχέονται προς εφαρμογή μέσω οδηγιών· δηλαδή απλώς ορίζεται ένα γενικό πλαίσιο το οποίο δεν δεσμεύει τα Κ-Μ, κάθε ένα εκ των οποίων είναι ελεύθερο να σχεδιάζει την δική του πολιτική. Για την παράνομη μετανάστευση, την μη νόμιμη, υπάρχει αυστηρή πολιτική καθόσον η κατηγορία αυτή μετανάστευσης θεωρείται -και όχι χωρίς βάσιμες αιτίες-, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια και η πολιτική επ’ αυτού του πεδίου, ασκείται μέσω κανονισμών και αποφάσεων του Συμβουλίου. Επομένως, κάθε αιτίαση περί αναθεωρήσεως ή καταγγελίας του, είτε αγνοεί είτε σκοπίμως παραβλέπει το γεγονός ότι αφ’ ενός οι αλλαγές κανονισμών δεν αποτελούν συνήθη πρακτική της Ε.Ε. και αφ’ ετέρου, προκειμένου να συμβεί αυτό, προϋποτίθεται συναίνεση, την οποία δεν συγκεντρώνει η άποψη για αλλαγή ή τροποποίηση του συγκεκριμένου.
Υπάρχουν επιχειρήματα, τα οποία η ελληνική πλευρά θα εδύνατο να αντιπαρατάξει στην προσπάθεια τροποποιήσεων του Δουβλίνου ΙΙ και της αναπροσαρμογής του; Φυσικά και υπάρχουν, όπως ούτως ή άλλως, συν τω χρόνω, επέρχεται και η αντικειμενική μέσο/μακροπρόθεσμη αναγκαιότητα τροποποιήσεων και προσαρμογών –τα κανονιστικά κείμενα τροποποιούνται δύσκολα, δεν είναι όμως το ιερό Κοράνι. Πρώτα όμως θα πρέπει η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες διατάξεις και να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα που δίδεται δια του παρόντος κανονισμού, κάτι που δεν έχει γίνει. Δεν έχω ακούσει κάποιο σοβαρό επιχείρημα από όσους κραυγάζουν περί αυτού και δυστυχώς συμπεριλαμβάνονται και υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί παράγοντες, πρώην και νυν.

Χρήσιμη βιβλιογραφία:
  • Μουσούρου Λουκία, Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 1991.
  • Βεντούρα Λίνα, Μετανάστευση και ένταξη των μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 2006.
  • Χατζάκος Λυκούργος, Μετανάστευση και Ε.Ε. – κανονισμός Dublin II, στο: http://metarithmisi.gr/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-amp-%CE%B5-%CE%B5-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-dubli-ii/
Χρήσιμοι ιστότοποι:
  • http://www.europarl.europa.eu/aboutparliament/el/displayFtu.html?ftuId=FTU_5.12.3.html
  • http://europa.eu/legislation_summaries/justice_freedom_security/free_movement_of_persons_asylum_immigration/jl0059_el.htm
  • http://www.migrationpolicy.org/

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Πως φτάσαμε στη συνεργασία-υβρίδιο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, 2015 - koolnews.gr


vouli-570
Οι εκλογές τελείωσαν και το αποτέλεσμα είναι πλέον δεδομένο. Ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛ., η Χρυσή Αυγή διατηρεί δυνάμεις, ενώ, την «τιμή» της κεντροαριστεράς, μετά βίας, διασώζει το «Ποτάμι», ενώ, οι προσδοκίες που εξέθρεψε ο Γιώργος Παπανδρέου, δεν ευοδώθηκαν και έμεινε εκτός Κοινοβουλίου.

Δεν εκπλήσσομαι και δεν πρέπει να εντυπωσιάζει η συνεργασία των δύο ετερόκλητων και ομολογουμένως άκρως διαφορετικών τόσο από πλευράς ιδεολογικής όσο και πολιτικής συγκρότησης, κυβερνητικών εταίρων. Αυτό το υβρίδιο είναι η φυσική απόληξη μιας διεργασίας που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2011 και κορυφώθηκε με την εγκατάσταση των «αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος. Στην πλατεία που συναντήθηκαν και ομογενοποιήθηκαν ο αριστερός και δεξιός αντικαπιταλισμός-εθνικισμός-λαϊκισμός-αντιευρωπαϊσμός αποδίδοντες ένα περίεργο –αλλά απολύτως ερμηνεύσιμο-, μόρφωμα πολιτικής ασάφειας και ισοπεδωτικού συμψηφισμού.
Είναι η πολιτική έκφραση, ο συνδετικός ιστός, όχι μιας πραγματικής αγανάκτησης και οργής· όχι μιας άλλης πρότασης από άλλους ανθρώπους, αλλά, της μοχθηρής απελπισίας των καλομαθημένων και βολεμένων υπηκόων ενός μετά-Οθωμανικού Κράτους, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Κατά πόσο το κυβερνητικό σχήμα θα αποδειχθεί βιώσιμο, μέλλει να κριθεί. Το βέβαιο, όμως και σημαντικό, είναι ότι με την κυβέρνηση Σύριζα –έστω και με την συνδρομή των ακροδεξιών και στα όρια του εθνικισμού ΑΝΕΛ-, ολοκληρώνεται ένας μεταπολιτευτικός κύκλος. Προσωπικά, ανιχνεύω ως θετικό το γεγονός, αφού ένα τμήμα της ελληνικής αριστεράς θα ασκήσει κυβερνητική εξουσία και θα πάψει να ζει και να πολιτεύεται με μύθους και Χίμερες. Η ανάληψη ευθύνης έχει πάντοτε θετικά αποτελέσματα και ωριμάζει. Ακόμη και αν διαφωνώ σε πολλά σημεία της πολιτικής του, οφείλω να αναγνωρίσω ως γεγονός ότι, μάλλον, καλό αποτέλεσμα θα προκύψει για την κοινωνία και την πολιτική στην χώρα μας.
Ίσως, η κοινωνία αρχίσει να ισορροπεί σε ορθολογικές βάσεις και οι έννοιες «δημόσια σφαίρα» και «δημόσιο συμφέρον», αποκατασταθούν στο πραγματικό τους μέγεθος και ουσία. Ίσως, τεθούν οι βάσεις για την δημιουργία ενός πραγματικά σύγχρονου και θεσμικού Κράτους. Στην αντίθετη περίπτωση, το κόστος θα είναι τραγικά υψηλό.
Παράλληλα, θα είναι και η ευκαιρία να απομυθοποιηθεί ο «πλειοδοτών πατριωτισμός» ως η απάντηση έναντι οιασδήποτε δυσκολίας. Η Κυβέρνηση Τσίπρα θα έχει την ευκαιρία να διαψεύσει τους αντιπάλους της. Αν και τα πρώτα δείγματα δεν δικαιολογούν μεγάλη αισιοδοξία, παρά τους διθυράμβους και τα ρίγη συγκινήσεως που προκαλούν οι βρυχηθμοί των κυβερνητικών παραγόντων.
Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος είναι ασφυκτικά πιεστικός και πως, τόσο οι διεθνείς όσο και οι εσωτερικές συνθήκες δεν αφήνουν πολλά –για την ακρίβεια, δεν αφήνουν καθόλου- περιθώρια ολιγωρίας ή λανθασμένων επιλογών. Στην οικονομία, δεν νομίζω (κάτι που έχω επαναλάβει σε άρθρο μου, μετά την συνέντευξη του κ. Τσίπρα στην Θεσσαλονίκη), ότι θα συμβεί κάτι χειρότερο από όσα μέχρι σήμερα οι πολίτες αντιμετωπίσαμε. Η ανησυχία μου εστιάζει στον χειρισμό των διεθνών υποθέσεων της χώρας, είτε πολιτικών είτε οικονομικών.
Επ’ αυτού δεν κάναμε και την καλύτερη αρχή. Κάτι οι αμετροεπείς προεκλογικού χαρακτήρα δηλώσεις των νέων υπουργών, κάτι η στάση έναντι της ΕΕ στο θέμα των Ρωσικών κυρώσεων, προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Σε μία περίοδο που η χώρα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη συμμάχων και συμπαραστατών, είναι νομίζω άστοχο, επιεικώς, να προκαλούμε. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όσες φορές κατά την διάρκεια των ιστορικών χρόνων περιμέναμε τον «Μόσκοβο» να έρθει, αυτός κάτι τύχαινε και μας έστηνε στα ραντεβού· άλλωστε, η ίδια η Ρωσική κυβέρνηση χρειάζεται πλέον των 40 δις δολαρίων προκειμένου να λύσει άμεσα προβλήματά της.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι καλή μαρτυρία η αμφισημία. Οι κυρώσεις προς το Κρεμλίνο επικυρώθηκαν ομόφωνα από το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών και οι λεονταρισμοί έμειναν μετέωροι και κενό γράμμα. Βέβαια, ίσως η διψασμένη κοινή γνώμη να μένει στο πρώτο σκέλος της υπερήφανης αντίστασης, γιατί αυτό ήθελε να ακούσει. Όμως, υπάρχει, ήδη, ένα κρατούμενο ...
Μία ακόμη ατυχής, νομίζω, ενέργεια ήταν η βεβιασμένη εξαγγελία περί τέλους των ιδιωτικοποιήσεων και ειδικώτερα η σχετική με το λιμάνι του Πειραιά. Αφ’ ενός, γιατί η COSCO είναι εταιρία σινικών συμφερόντων και αν δεν απατώμαι η Κίνα είναι η άλλη προσδοκία για εξεύρεση οικονομικών πόρων από την σημερινή Ελληνική κυβέρνηση. Επιπροσθέτως, η ακύρωση της συμφωνίας δίνει δικαίωμα στην εταιρία να μην προχωρήσει στην εκτέλεση των έργων εκσυγχρονισμού και υποδομών του Πειραϊκού λιμένα, ενώ, απροβλημάτιστα διατηρεί τα κεκτημένα της, βάσει των ισχυουσών συμφωνιών και κερδίζει χρήματα, δίχως άλλες υποχρεώσεις.
Συνυπολογιζομένων και των αθρόων εξαγγελιών περί προσλήψεων, αυξήσεων και λοιπών παροχών, βαραίνει το κλίμα, εν όψει της αξιολόγησης και των συζητήσεων που η νέα κυβέρνηση θα πραγματοποιήσει για το χρέος.
Ο απόηχος από την έλευση του επικεφαλής του Εurogroup προσέφερε αντιφατικά συμπεράσματα. Η στάση του νέου Υπουργού Οικονομικών, παρά τις ενθουσιώδεις κρίσεις στο εσωτερικό, καλύτερα κρίνεται από την θεατρολογική παρά από την πολιτική επιστήμη. Ευχή όλων η υπέρβαση των δυσθυμιών και η εξεύρεση θετικών λύσεων, οι οποίες, θα οδηγούν αφ’ ενός στην διατήρηση της Ευρωπαϊκής τροχιάς της χώρας και αφ’ ετέρου, στην εξομάλυνση και διόρθωση των κοινωνικών αδικιών, αλλά, κυρίως, στην επιτυχή παράσταση όρων μεγέθυνσης της οικονομίας.
Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις διακρίνεται αχνή πρόθεση μεταστροφής και ορθολογικής τοποθέτησης. Απόδειξη επ’ αυτού οι … διευκρινιστικές δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων αλλά και του Πρωθυπουργού. Εκτίμηση είναι ότι η ισορροπία μεταξύ των «επαναστατικών» προεκλογικών εξαγγελιών και της πραγματικής ζωής, βρίσκεται μόνον στην διενέργεια εκλογών εντός του 18μήνου. Αν αυτό συμβεί, είναι πολύ πιθανόν ο ΣΥΡΙΖΑ να πετύχει ισχυρή αυτοδυναμία, ενώ, θα δοθεί η δυνατότητα στον Πρωθυπουργό να ελέγξει απόλυτα την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής του ομάδας και ίσως, να απαλλαγεί από «κομμουνιστικογενή» βαρίδια. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτηση των κυρίων Λαφαζάνη και Στρατούλη σε δύο υπουργεία πρώτης γραμμής, από τα οποία κανείς σχεδόν, προκάτοχός τους δεν επιβίωσε, ενώ η όλη, άλλη σύνθεση της κυβέρνησης έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία ουδαμώς παραπέμπουν σε κινήματα ανατροπής ή επανάστασης –έστω και ειρηνικής.
Παρ’ όλα αυτά, ελπίδα όλων είναι η επιτυχής κατάληξη, γιατί το στοίχημα δεν είναι η παραμονή της κυβέρνησης ή η δικαίωση των αντιπάλων της, αλλά η δημιουργική πορεία της χώρας· η ανακούφιση των κοινωνικών ομάδων που πλήττονται επί μακρόν και η ευημερία των πολιτών. Προοπτικά, δύο είναι οι επιλογές: ή θα αποδειχθεί εφικτή η υλοποίηση των υπεσχημένων, οπότε όλοι θα επιβραβεύσουμε ή θα επέλθει σύγκρουση με τους εταίρους και θα δικαιωθεί η άλλη πλευρά, με εφιαλτικές όμως κοινωνικές συνέπειες.
Στους αντίποδες της ευφορικής νεφέλης των κυβερνητικών κομμάτων, οι ηττημένοι της 25ης Ιανουαρίου. Είναι πρόδηλο ότι και οι δύο πρώην κυβερνητικοί εταίροι (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ), αναμένουν σύντομη πρόσκρουση της νέας κυβέρνησης και θέλουν να είναι έτοιμοι σε ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση εντός συντόμου χρόνου. Εξ αυτού ο Αντώνης Σαμαράς δεν έθεσε κανένα θέμα περί της διαδοχής του και ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πιο σοφά ποιών, απομακρύνεται παραμένων. Η συντηρητική παράταξη δεν αντιμετωπίζει οξυμένα ζητήματα συνοχής και ηγεσίας, οπότε ο επικεφαλής της έχει περιθώρια ελιγμών.
Στο ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι απείρως δυσκολότερα. Η Παράταξη είναι υπό την επήρεια ενός ηχηρότατου ραπίσματος Οι εξελίξεις πρέπει να επισυμβούν όμως, σε περιβάλλον ψυχραιμίας και οι όποιες αποφάσεις να ληφθούν με νηφαλιότητα. Δεν είναι η αλλαγή ηγεσίας το πρωτίστως ζητούμενο, αλλά, η διατύπωση πολιτικής πρότασης για την πορεία της χώρας, με σαφή, απτή πρόταση αναπτυξιακού μοντέλου και τους θεσμούς, ώστε να ανακτηθεί επί της ουσίας η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και φυσικά να καταστεί δυνατόν να υπάρξουν οι αναγκαίες μεταβολές στην λειτουργία του. Δύσκολο, αλλά αναγκαίο…
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι σήμερα, όλα ήσαν απλά η προετοιμασία. Το Μεγάλο Πείραμα μόλις άρχισε και μέλλει να κριθεί αν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα είναι επίλογος ή προοίμιο.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Το γράμμα του Νόμου, δεν πρέπει να σκοτώνει το πνεύμα του - (Ρωμανικόν ) Koolnews.gr, Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου, 2014

Bρίσκω κανιβαλικό, το γεγονός ότι κάποιοι σε ολόκληρο το φάσμα του δημοσίου βίου –πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δικηγόροι κ.ά.-, προσπαθούν να «τρυπώσουν» στο κάδρο της καθημερινής επικαιρότητας και της επικοινωνιακής ευκαιρίας την οποία παρέχει η υπόθεση Ρωμανού.
Είχα αποφασίσει να μην γράψω ούτε αράδα, αλλά η πρόκληση την οποία επί ημέρες προσπαθώ να αγνοήσω, αποδεικνύεται ισχυρότερη. Σε καμία περίπτωση ο Ρωμανός δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη των πράξεών του. Όμως, επίσης, σε καμία περίπτωση οι πράξεις αυτές δεν επισύρουν την δια βίου καταδίκη και αποκλεισμό του από κάθε ευκαιρία.
Προφανώς, σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον, καθείς δικαιούται να τοποθετείται κατά κρίση στα δημόσια πράγματα. Αρκεί να το πράττει με γνώση, καθαρό κίνητρο και λόγο, αντικειμενικότητα, δημόσια και πρωτίστως, σεβασμό στην αντίθετη επιλογή. Δεν υποκαθίσταται ο φυσικός δικαστής ούτε και εκβιάζεται η Δικαιοσύνη· κρίνεται όμως. Οπωσδήποτε, η Δικαιοσύνη είναι τυφλή και να αντιμετωπίζει τους πολίτες δίχως διακρίσεις. Οι λειτουργοί της όμως, οφείλουν να έχουν τα μάτια ορθάνοιχτα, να αξιολογούν και να διακρίνουν τις λεπτές διαφορές που οριοθετούνται από τα κίνητρα, τις προθέσεις και τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης που εξετάζουν. Τούτο, διότι οι αποφάσεις τους αφορούν ανθρώπινες ζωές και όχι απλώς έγγραφα δικογραφίας.
Από την άλλη, είναι εξωφρενική η συμπεριφορά συγκεκριμένων προσώπων ή πολιτικών χώρων, με χαρακτηρισμό ως επίδειξη αδιαλλαξίας την εφαρμογή του νόμου. Ο Νόμος που επικαλούνται, προβλέπει και δεν επιβάλει την χορήγηση αδειών. Υπ’ όψιν του κρίνοντος δικαστικού οργάνου λαμβάνονται η αξιολόγηση της βαρύτητας και επιπτώσεων των αδικημάτων   και η διαγωγή του κρατουμένου. Δηλώσεις που ναι μεν χαρακτηρίζονται από ομοϊδεάτες ως ηρωικές, αλλά υπογραμμίζουν την ανάγκη για ένοπλο αγώνα αντί σπουδών, δεν συμβάλλουν στην θετική αντιμετώπιση του αιτήματος.
Εν προκειμένω, όσον αφορά στην περίπτωση Ρωμανού καλείται η Πολιτεία να υποκαταστήσει το γονεϊκό ρόλο, θέτουσα τα ανύπαρκτα όρια που οι γονείς δεν έβαλαν, όταν και όπως όφειλαν. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σκεφθεί ο λειτουργός της δικαιοσύνης εκδικητικά και μικρόψυχα. Ταυτοχρόνως δεν πρέπει να υποκύψει η Πολιτεία σε συναισθηματικούς ή πολιτικούς εκβιασμούς, εις τρόπον ώστε να δημιουργηθεί κακό προηγούμενο και «φάμπρικα» απαλλαγής.
Είναι ομολογουμένως εξαιρετικά δύσκολη η κρίση και η κατάληξη σε απόφση. Και ακόμη δυσκολότερο για τους πολίτες να διαμορφώσουν άποψη εντός του πλαισίου που διαμορφώνει η θυμική διάθεση για ένα παιδί που στα 20 χρόνια του, το πρόσωπό του παραμορφώνει το μίσος, ένας έμπορος επιστημοσύνης και επαναστατικότητας με δηλώσεις που ρίχνουν λάδι στη φωτιά –αντί, όπως θα έπρεπε να λειτουργεί θετικά προς την κατεύθυνση ύφεσης- και αφελείς αντιπολιτευτικές κορώνες.
Το πρώτο ζήτημα είναι αν η Κυβέρνηση πρέπει να παρέμβει ή φέρει ευθύνη για την εξέλιξη. Προφανώς ο Πρόεδρος, τα στελέχη της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και οι λοιποί συνηγορούντες σε αυτό, είτε αγνοούν ότι στην Δημοκρατία υφίσταται διάκριση των εξουσιών είτε εκ σκοπιμότητας πολιτικοποιούν το ζήτημα. Και υπάρχουν εκείνοι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι θεσμοί δεν έχουν αξία μπροστά στην ζωή ενός παιδιού. Ναι! Όμως έχει εξ ίσου ή/και μεγαλύτερη αξία η ζωή εκείνων που την προσέφεραν, ώστε να υπάρχουν οι Δημοκρατικοί θεσμοί, να προστατεύεται η ελευθερία της Δικαιοσύνης έναντι των όποιων επιδιώξεων των κατά περίσταση διαχειριστών της εξουσίας.  Και είναι οι πολιτικοί πρόγονοι τόσο των «αγανακτισμένων νέων» όσο και του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Σε αυτούς τους νεκρούς, που έγιναν «το λίπασμα» της λευτεριάς δεν οφείλεται σεβασμός; Τελικά, ο «κοινός νους» στις μέρες μας δεν είναι καθόλου κοινός…
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να μην υπάρχει δυσαρέσκεια για την απόφαση των δικαστών. Κάθε νέος, ό,τι και αν έχει διαπράξει –πλην ειδικότατων περιπτώσεων-, δικαιούται μιας δεύτερης ευκαιρίας. Ακόμη περισσότερο, αν έχει μεγαλώσει σε παρόμοιο περιβάλλον, όπως αυτό που μεγάλωσε ο Ρωμανός και όταν στα 15 χρόνια σου γεμίζεις με το αίμα του κολλητού σου φίλου,  όταν αυτός δέχθηκε την βολή του ψυχωτικού ειδικού φρουρού.
Άραγε, δεν συνιστά εγκληματική αμέλεια εκ μέρους της πολιτικής και υπηρεσιακής ιεραρχίας το γεγονός ότι ένας τύπος σαν τον Κορκονέα βρέθηκε εντεταγμένος στην δύναμη της ΕΛ.ΑΣ και έφερε όπλο (ας μου επιτραπεί η υπενθύμιση του περιστατικού, όπου ο προαναφερόμενος Ειδικός Φρουρός, παρά τις σαφείς εντολές του κέντρου της ΕΛΑΣ για απεμπλοκή, έφυγε και επέστρεψε ως μαχαλόμαγκας να ζητήσει τον λόγο και να τιμωρήσει 15χρονα που τον εξύβρισαν); Ποιος απολογήθηκε και τιμωρήθηκε για αυτό και κυρίως, τι έπραξε η Πολιτεία για την αποτροπή παρόμοιων περιπτώσεων στο μέλλον;
Στα 15 του λοιπόν, ο Ρωμανός βίωσε το θάνατο του φίλου του και όχι μόνον αυτό. Γέμισε με ενοχές, γιατί η δική του ονομαστική γιορτή (Αγ. Νικολάου) ήταν η αιτία της εξόδου της εφηβικής συντροφιάς την νύχτα εκείνη. Αυτό είναι απλό; Που ήταν στην συνέχεια η υπευθυνότητα της Πολιτείας; Δεν έπρεπε να έχει διαταχθεί η υποστήριξή του και η καθοδήγηση του οικογενειακού του περιβάλλοντος από ειδικούς με την πλήρη κάλυψη των εξόδων από το Κράτος;  Όταν δε, συνελήφθη για την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και οι πύρινοι λόγοι των οικείων του είδαν το φώς της δημοσιότητας, ουσιαστικά επιβραβεύοντας τις πράξεις του, δεν έπρεπε να ληφθούν και πάλι ανάλογα μέτρα;
Και τέλος, είναι προκλητική η επίκληση του σωφρονιστικού χαρακτήρα της φυλάκισής του. Υπάρχει κανείς σε αυτή την χώρα που πιστεύει ότι το σωφρονιστικό σύστημά μας είναι αποτελεσματικό; Ή τουλάχιστον επιτελεί καλύτερα τον ρόλο επανένταξης παραβατικών ή/και εγκληματιών νέων, ο εγκλεισμός τους με όλη την καλή παρέα μιας ελληνικής ποινικής φυλακής, από το να δημιουργεί κίνητρα για πιο δημιουργικές πράξεις; Επί παραδείγματι, δεν θα ήταν καλύτερη η επιβολή κοινωνικής εργασίας παράλληλα με την έκτιση ποινής για περιπτώσεις όπως αυτές του Νίκου Ρωμανού; Τι επομένως, αξιολογεί το δικαστικό συμβούλιο;
Οι δικαστές απονέμουν δικαιοσύνη και εκδίδουν αποφάσεις εν ονόματι του ελληνικού λαού. Θεωρούν λοιπόν, ότι περισσεύουν οι νέοι στον ελληνικό λαό ή ότι η Πολιτεία έχει επιτελέσει στο έπακρο τις υποχρεώσεις της απέναντι σε αυτό το παιδί; Και εν κατακλείδι, ακόμη και αν το έσκαγε, θα ήταν μεγαλύτερο το κόστος για την κοινωνία από το να τροφοδοτείται το μίσος του ίδιου και δεκάδων άλλων νέων;  Μήπως, θα πρέπει να συνεκτιμήσουν ότι δεν είναι απλοί, φοβικοί γραφειοκράτες, αλλά λειτουργοί του ύψιστου θεσμού που αποτελεί την βάση μιας δίκαιης κοινωνίας και διασφαλίζει όρους συνοχής και ειρήνης στην καθημερινή ζωή;
Σε κάθε περίπτωση το πολιτικό και μείζον θέμα είναι η ανάγκη προσαρμογών ουσιαστικών και λειτουργικών στο σωφρονιστικό σύστημα και τις δομές υποστηρικτικών παρεμβάσεων –από τα πρώτα στάδια- για τους νέους που ρέπουν σε παραβατική συμπεριφορά, αλλά και για όσους εν γένει καταλήγουν στην διάπραξη αδικημάτων και που είναι αδιανόητο να μην διασφαλίζεται τουλάχιστον μία ακόμη ευκαιρία…

ΑΝ . . ., Μεταρρύθμιση, 01/12/2014

  • ΑΝ με ευθύνη της ηγεσίας  από το 2004 δεν είχε απαξιωθεί το κόμμα και δεν είχε επιτραπεί σε κομψευόμενους λιμοκοντόρους η απρεπής συμπεριφορά έναντι μελών και φίλων, με συνέπεια την απίσχναση του πολιτικού φορέα.
  • ΑΝ είχε οριοθετηθεί το στίγμα μας και δεν διορίζαμε βουλευτές μας, δύο κύριους εκπροσώπους του νεοφιλελευθερισμού.
  • ΑΝ δεν είχαμε εμμονές και σύνδρομα κατωτερότητας και σεβόμασταν το έργο των προηγουμένων Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ.
  • ΑΝ υπήρχε μέτρο στις φιλοδοξίες των νέο-αγωνισταράδων φίλων ή των μέχρι εκείνη την στιγμή τριτευόντων στελεχών (!;)
  • ΑΝ το 2009, δεν διευκολύναμε την απόδραση Καραμανλή, προκειμένου να φορέσουν υπουργικά κουστουμάκια κάποιοι επηρμένοι, ανόητοι -και όπως απεδείχθη ανίκανοι- φίλοι μας.
  • ΑΝ οι επιτελείς του τότε Προέδρου του ΠΑΣΟΚ δεν ανεδείκνυαν σε σλόγκαν το «λεφτά υπάρχουν» -και δεν μπορεί να ήταν τόσο αφελείς- και είχε ακολουθηθεί πιο σεμνή τακτική στην πορεία προς την εξουσία.
  • ΑΝ οι θεσμοί είχαν ενισχυθεί, η πολιτική λειτουργία του κόμματος είχε επιδιωχθεί.
  • ΑΝ από το 2004 μέχρι το 2011, δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από τα ταμεία του κόμματος δεν είχαν κατασπαταληθεί σε ηλιθιότητες και ξιπασιές.
  • ΑΝ οι υπάλληλοι του κόμματος δεν αυξάνονταν αδικαιολόγητα και ραγδαία σε ημερήσια βάση προς ικανοποίηση εξυπηρετήσεων των αυλικών με αμοιβές ανήκουστες.
  • ΑΝ η εποικοδομητική κριτική προς την ηγεσία αξιοποιείτο και δεν αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως.
  • ΑΝ η κριτική προς ανίκανους Ηρακλειδείς δεν θεωρείτο ως υπονόμευση έναντι του Προέδρου.
  • ΑΝ για χάρη της πολιτικής ύπαρξης «φίλων» δεν απαξιώναμε ολόκληρο το κομματικό υλικό, ώστε όταν χρειαζόμασταν τα μέλη μας να υπερασπισθούν την προσπάθεια, είχαμε φροντίσει να υπάρχουν.
  • ΑΝ με το ξέσπασμα της κρίσης καλούσαμε εκείνους που μπορούσαν να την διαχειριστούν.
  • ΑΝ δεν πιστεύαμε ότι η χώρα σωζόταν κάθε Παρασκευή και αλλάζαμε τον Υπουργό Οικονομικών και τους λοιπούς μαθητευόμενους μάγους.
  • ΑΝ δεν χανόταν πολύτιμος χρόνος σε λαϊκισμούς και παροχές άνευ αντικρίσματος.
  • ΑΝ κριτήριο για θέσεις ευθύνης στο κόμμα και την κυβέρνηση ήταν η ικανότητα και η αποτελεσματικότητα και όχι η κολακεία ή  να είναι κάποιος αρεστός στην «αυλή».
  • ΑΝ δεν είχε επικρατήσει η μωροφιλοδοξία, αλλά, γινόταν κατανοητή η σοβαρότητα και η αδυναμία ενός κόμματος να διαχειρισθεί την κατάσταση.
  • ΑΝ με την επίσημη διαπίστωση των προβλημάτων είχαμε προσφύγει στην λαϊκή κρίση.
  • ΑΝ το 2011, δεν ψάχναμε πανικοβλημένοι τον Σαμαρά να παραδώσουμε αυτοβούλως, τα κλειδιά του Μαξίμου.
  • ΑΝ δεν είχαμε ξεχάσει να γεμίσουμε το πιστόλι πριν το βάλουμε στο τραπέζι.

Τότε, ίσως, όλα να ήταν καλύτερα για την χώρα και την Παράταξη που άλλαξε την Ελλάδα και οδηγήθηκε σε ευτέλεια.
Το 1989 μας δίκαζαν σαν «κλέφτες». Δώσαμε μάχες στις γειτονιές και νικήσαμε.
Το 2009, γίναμε «προδότες» και «μ…..ς». Το πρώτο καταρρίπτουν οι εξελίξεις. Τον δεύτερο χαρακτηρισμό δύσκολα θα αποσείσουμε. Τουλάχιστον, όσο δεν κατανοούμε τι και γιατί συνέβη και όσο αντί για πολιτική λατρεύουμε είδωλα…

Άλαλα τα χείλη! Μεταρρύθμιση, 25/11/2014

Η επιστολή, που ο πρώην Πρόεδρος απέστειλε προς το ΠΑΣΟΚ και προτείνει ενέργειες για την ανασυγκρότηση (!;) της παράταξης, μόνο θυμηδία προκαλεί. Αυτό, διότι οι ενέργειες που περιγράφονται, είναι ακριβώς άλλες από εκείνες, στις οποίες είχε προβεί ο ίδιος και η παρέα με την οποία είχε διοικήσει το κόμμα. Με δική του κάλυψη, διάφοροι πολιτικοί λιμοκοντόροι και νάρκισσοι γεμάτοι φιλοδοξία εξουσίας, ασέλγησαν στην θεσμικότητα του Κινήματος και έπαιρναν εκδίκηση από ολόκληρη την κοινωνία που μέχρι την στιγμή εκείνη δεν είχε αναγνωρίσει την αυθεντία τους και τους κρατούσε στο περιθώριο της πολιτικής. Άλλοι, άφησαν την θαλπωρή της Ακαδημαϊκής τους έδρας και ιππεύοντας την κάλαμον της κομματικής –και κάποιοι, αργότερα της κυβερνητικής- εξουσίας· θεώρησαν ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και θα «μάθαιναν γράμματα» στην ΠΑΣΟΚαρία· όλοι αυτοί, έσμιξαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, με ό,τι τοξικό, ανόητο, επηρμένο και άχρηστο κατέλειπε στον μηχανισμό και παραγκώνισαν σοβαρά στελέχη σε κάθε βαθμίδα της δομής. Πλείστα, όσα παραδείγματα.
Η επιστολή, μπορεί να είναι προϊόν εμπάθειας και μικροψυχίας –δεν νομίζω ότι ο πρώην Πρόεδρος έχει πλήρη επίγνωση-, αλλά σε κάθε περίπτωση εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά.
Πρώτον και αυτονόητο: γιατί εκείνος και η συντροφιά του δεν έκαναν τίποτε από όσα περιγράφει όταν είχαν την ευθύνη του κόμματος.
Δεύτερον: αφού είχε σχέδιο για την ανασυγκρότηση, γιατί απουσίαζε π α ν τ ε λ ώ ς από κάθε διαδικασία κατά την προπαρασκευή της συγκρότησης της Δημοκρατικής Παράταξης· μία επιστολή με τις σκέψεις του, τότε, θα είχε κάποιο νόημα και χρησιμότητα.
Τρίτον: γιατί αφού είχε ήδη αποφασίσει, δέχθηκε να συναντηθεί με τον σημερινό Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ; Μήπως επειδή αυτό θα είναι επικοινωνιακά προσφορότερο;
Τέταρτον: γιατί επιλέγει να στείλει την επιστολή την στιγμή κατά την οποία η Κυβέρνηση διαπραγματεύεται με την Τρόϊκα; Δεν αντιλαμβάνεται την πολύ σοβαρή πιθανότητα δημιουργίας κλίματος αποσταθεροποίησης;
Πέμπτον: δεν κατανοεί την κατάσταση των μελών και υποστηρικτών του κόμματος που ίδρυσε ο πατέρας του και τίμησε τον ίδιο ως Πρόεδρο και Πρωθυπουργό.
Δεν αντιλαμβάνεται –όπως και οι ευφυείς συνεργάτες του- ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις και με το βεβαρυμμένο, πρόσφατο παρελθόν, πρέπει να ακολουθείται η ρήση «κρείττον το σιγάν»; Εκτός αν προσπαθεί την δικαίωση όσων μιλούν για ταπεινά ρεβανσιστικά κίνητρα και απασφάλιση … εμπάθειας. Όμως, να συγκρατείται, ότι εκδικητικοί και εμπαθείς είναι μόνον οι ανόητοι και άφρονες.
Δεν γνωρίζω αν η επιστολή είναι αποτέλεσμα σκοπιμότητας ή αφέλειας, αλλά, για μία εισέτι φορά, συνωμοτεί εις βάρος του, διαψεύδει προσδοκίες και σπαταλά το πολιτικό του κεφάλαιο.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Κίνα και Ρωσία VS ΗΠΑ και Ευρώπης - koolnews.gr - Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου, 2014


Κίνα και Ρωσία VS ΗΠΑ και Ευρώπης


Κάθε γεωπολιτική ή γεωοικονομική ανάλυση, ακόμη και αν εστιάζει σε συγκεκριμένη περιφερειακή ενότητα ή αναφέρεται σε κάποια επιμέρους περιοχή του διεθνούς συστήματος, συμπεριλαμβάνει τις παραμέτρους οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα της βουλήσεως και δράσεως της Κίνας, της Ρωσίας, των ΗΠΑ και της Ε.Ε., έστω και ως εξ επιπολής αναφορά.
Αυτό είναι το σημείο εκείνο που αναδεικνύει ως αυταπόδεικτο, ακόμη και για τους πολέμιούς της, την δεδομένη κατάσταση παγκοσμιοποίησης, ως το σύγχρονο διεθνές status. Ως εκ του συνειρμού, είναι προφανές ότι η ανάπτυξη προβληματισμού, ο σχεδιασμός και η χάραξη, όχι μόνον, της υψηλής στρατηγικής αλλά και των ησσόνων θεμάτων που αφορούν στις διεθνείς σχέσεις μιας χώρας· αλλά ακόμη και ζητήματα, συναφή με προβλήματα ή δράσεις εσωτερικής πολιτικής, πρέπει να εξελίσσονται εντός του πλαισίου αυτού.
Στους πολιτικούς σχηματισμούς της Ελλάδας, ατυχώς και για μία σειρά από αιτίες, έχει από καιρού παύσει να επεξεργάζεται ουσιαστικά και σε βάθος η διεθνής συνθήκη και εν γένει δεν υφίσταται σοβαρή, ουσιαστική, εις βάθος ανάλυση για το διεθνές περιβάλλον, κάτι που στο παρελθόν υπήρχε ως σημείο ποιοτικής διαφοροποίησης από άλλους σχηματισμούς, ειδικά αυτούς που διεκδικούσαν την εξουσία. Αντιμετωπίζεται από όλους επιπόλαια και αναλύεται στην βάση μυθευμάτων και με «τηλεοπτική» οπτική ή άλλοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στην συμπαθητική γραφικότητα χαμένων επαναστατικών παραδείσων. Από την άλλη, τα θεσμικά όργανα της Πολιτείας, τα επιφορτισμένα με την ανάλυση και τον σχεδιασμό εξωτερικής πολιτικής, αρνούνται πεισματικά να αναλάβουν τον ρόλο τους, αρκούνται να χαϊδεύουν τα αυτιά των πολιτικών προϊσταμένων τους και να λειτουργούν αποτρεπτικά και υπονομευτικά σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας κατάλληλου, εξειδικευμένου φορέα.
Σε αδρές γραμμές θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης μπήκαμε σε μια εποχή πολυπολικότητας και η σύγχρονη αντιπαράθεση για την παγκόσμια ηγεμονία, επικεντρώνεται στην σύγκρουση των τριών ισχυρών στρατηγικών παικτών, του Δυτικού άξονα ΗΠΑ-Ιαπωνίας-ΕΕ από την μία πλευρά και Ρωσίας/Κίνας από την άλλη. Η σύγκρουση αυτή, δεν είναι άμεσα ορατή αφού δεν υφίσταται κατάσταση άμεσης βίας, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν είναι εξ ίσου σκληρή και μάλιστα, κλιμακώνεται συνεχώς. Κλιμακούμενη συνεχώς γιατί αυτό υποδηλούν οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές μεταβολές· και σκληρή γιατί το πεδίο όπου διεξάγεται και δεν είναι άλλο από αυτό της οικονομίας και σημαίνει εξ ίσου –αν όχι μεγαλύτερης βαρύτητας-, καταστροφικές απώλειες για όλες τις πλευρές, καταστρέφοντας την ζωή και τσαλακώνοντας την αξιοπρέπεια των πολιτών και δημιουργεί συνεχώς ευάλωτες ομάδες πληθυσμού και ανυπεράσπιστων πολιτών. Όλα αυτά, στο όνομα κάποιων «αγορών», οι οποίες τελικά υπερέβησαν κάθε έλεγχο και όριο.
Η πραγματικότητα –δεδομένης και της δυσχερούς θέσης στην οποία βρίσκεται η δική μας χώρα-, απαιτεί ενδελεχή ανάλυση και εξέταση των παραμέτρων του συστήματος και ιδιαιτέρως των στρατηγικών παικτών καθώς οι ενέργειες αυτών, αποτελούν το έναυσμα για σειρά εξελίξεων που εντός του πλαισίου της παγκοσμιοποίησης επηρεάζουν σημαντικά και την διαμόρφωση των εσωτερικών συνθηκών και δεδομένων.
Ο Δυτικός άξονας
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εμφανίζουν αδυναμία στον έλεγχο του ελλείμματός τους και οι παρεμβάσεις της διοίκησης Obama αν και έχουν προοδευτική χροιά, δεν προσφέρουν ριζικές λύσεις αλλά αναστέλλουν την έκρηξη μιας νέας κρίσης, η οποία θα έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από εκείνη του 2007-2008.
Παραλλήλως, η διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων της χώρας, από τον Αμερικανό Πρόεδρο δεν είναι και η πλέον επιτυχής. Οι ατυχείς χειρισμοί του στην περίπτωση του Ιράκ, τα «στραβοπατήματά» του στην Συριακή κρίση και η επιφυλακτικότητά του -στα όρια της φοβικότητας-, στην αντιμετώπιση των τρομοκρατών-σφαγέων του ISIS, είναι πράξεις που έχουν πλήξει σοβαρά το κύρος της Ουάσιγκτον και της Προεδρίας Obama, μεταξύ των συμμάχων αλλά και αποθρασύνουν τους αντιπάλους της.
Η Ε.Ε. συνεχίζει να ταλαιπωρείται από την κρίση χρέους, και παρά την συγκρατημένη αισιοδοξία για την υπέρβασή της, η ανεργία διογκώνεται με μη ελεγχόμενους ρυθμούς, η παραγωγικότητα των κρατών του Νότου σμικρύνεται και χώρες όπως η Ελλάδα η Ισπανία κ.λπ. έχουν χάσει τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα σε σχέση με τον Βορρά και ο πρωτογενής τομέας είναι, σχεδόν, διαλυμένος (δεν είναι λίγες οι μελέτες που αναφέρουν το ότι η Ευρώπη στην επόμενη 10ετία θα αντιμετωπίσει σοβαρό διατροφικό πρόβλημα εξ αιτίας του ελλείμματος παραγωγής)· αυτά δεν δημιουργούν κλίμα αισιοδοξίας για την περεταίρω, μεσοπρόθεσμη εξέλιξη. Τέλος στην Ιαπωνία, αν και τα στοιχεία είναι με μία πρώτη ανάγνωση καλύτερα, η Ιαπωνική Κυβέρνηση έπεσε έξω στις πρόσφατες προβλέψεις της για επάνοδο σε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ενισχύει τις ανησυχίες για τις μεσο-μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Από την πρώτη εκτίμηση, δεν είναι εντελώς λάθος ο ισχυρισμός ότι ο Δυτικός άξονας έχει εμπλακεί σε αδιέξοδα και οι οικονομίες των επιμέρους δομών του συστήματος σε μία περιδίνηση η οποία δεν προοιωνίζει κλίμα αισιοδοξίας. Η παγκοσμιοποίηση, αιφνιδίασε το πολιτικό σύστημα και επετράπη στις «αγορές» να κυριαρχήσουν και να μετατρέψουν την παραγωγική τους ικανότητα σε «χρηματιστηριακή φούσκα». Δεν είναι καινοφανές αν λεχθεί ότι το χρήμα που περιγράφεται παγκόσμια, δεν αντιστοιχεί σε απτές αξίες. Η οικονομία δεν ελέγχεται πλέον με την εργασία και συνεπώς την παραγωγή υπεραξίας, αλλά με διάφορα χρηματοοικονομικά προϊόντα που αποφέρουν πιο εύκολα και αμεσότερα κέρδη, από εκείνα της πραγματικής παραγωγής. Αυτή η λογική, δημιουργεί και την βιομηχανία «χρέους».
Όμως, αν και αυτό προσφέρει προσωρινά πλούτο στις ανεπτυγμένες χώρες του Βορρά, δημιουργεί μελλοντικά αδιέξοδα και φυσικά, ως άμεση επίπτωση καταπιέζει και συνθλίβει τον Νότο των ιδιαιτέρων εργασιακών ηθών, στον οποίο οι κοινωνικές εκρήξεις δεν είναι ούτε απίθανο, ούτε και μακρινό, αν συνεχίσει να ακολουθείται αυτή η πρακτική.
Επίσης, είναι εσφαλμένη η πολιτική που υπαγορεύεται από την Weber-ιανή Προτεσταντική Ηθική και συνθλίβει την καθημερινότητα, στο όνομα κάποιας δημοσιονομικής πειθαρχίας και ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Η παραγωγή στην Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνισθεί τον όγκο άλλων χωρών όπως π.χ., της Κίνας ή άλλων Ασιατικών. Η Ευρωπαϊκή παραγωγή γίνεται ανταγωνιστική σε επίπεδο ποιότητας και τεχνολογίας· αυτό είναι που πρέπει να επιδιώκεται.
Ρωσία - Κίνα και άλλες αναδυόμενες αγορές
Στον αντίποδα, η Ρωσία εμφανίζεται να αναλαμβάνει από τον τεκτονικό σεισμό που προκάλεσε το τέλος της Σοβιετικής κυριαρχίας και μετά την πρώτη περίοδο εξαθλίωσης, πρoβάλλεται ως ισχυρός παράγοντας και εν δυνάμει, στρατηγικός παίκτης του Διεθνούς Συστήματος. Αυτό, πέραν πάσης αμφιβολίας, πιστώνεται στον Βλαδίμηρο Πούτιν. Βέβαια, αυτό που πρέπει πάντοτε να συγκρατείται, είναι ότι το «Ρωσικό θαύμα» αφορά, τουλάχιστον μέχρι στιγμή αυτή, σε έναν στενό κύκλο ολιγαρχών στην Ρωσική Πρωτεύουσα.
Η σιδηρά πυγμή του Ρώσου ηγέτη, έθεσε υπό κεντρική διαχείριση την ασύντακτη -και άρα ολιγότερο προσοδοφόρα- λεηλασία του εθνικού πλούτου, όπως και την δράση των εγκληματικών οργανώσεων που είχαν επί Γιέλτσιν αναπτύξει απόλυτη … επιχειρηματική πρωτοβουλία. Όμως, απέχει πολύ από το να θεωρηθεί η σημερινή Ρωσία ως μια χώρα ασφαλής πέραν προνομιούχων περιοχών της Μόσχας. Η ύπαιθρος και οι λαϊκές αστικές γειτονιές ταλαιπωρούνται από την υψηλή εγκληματικότητα, τον αλκοολισμό και η συντριπτική πλειοψηφία των Ρώσων διαβιεί σε συνθήκες ανέχειας. Ανεργία, δημογραφικό και μειωμένη παραγωγικότητα συμπληρώνουν το πάζλ των προβλημάτων της μεγαλύτερης σε έκταση χώρας της υδρογείου.
Αν και σήμερα η Ρωσία εμφανίζει ισχυρό πρόσωπο στην διεθνή σκηνή, αυτό δεν ίσχυε στην πρώτη φάση της Προεδρίας Πούτιν. Ο ίδιος, παρά την θητεία του στο τμήμα εσωτερικής ασφάλειας της KGB, δεν είχε την δυνατότητα σοβαρής ανάλυσης της διεθνούς πραγματικότητας, μιας και το πραγματικά υψηλού επιπέδου και γνώσης στρατηγικών αναλυτών δεν ανήκε στην υπηρεσία αυτή αλλά στην GRU, την στρατιωτική υπηρεσία, οι στρατηγοί της οποίας βρέθηκαν απέναντι στον νεοεκλεγέντα τότε, Πρόεδρο εξ αιτίας της απόφασής του να αφαιρέσει τους πόρους και τα κεφαλαιακά αποθέματα –ομολογουμένως πολύ υψηλά-, της υπηρεσίας. Τα τελευταία χρόνια όμως, αυτό άρχισε να μεταβάλλεται και η Ρωσία σημειώνει τις πρώτες επιτυχίες της στην διεθνή σκακιέρα, έναντι των Δυτικών ανταγωνιστών της.
Μελλοντικά, θα κριθεί πως θα αξιοποιήσει η Ρωσική ηγεσία τα στρατηγικά πλεονεκτήματά της. Το φυσικό αέριο, το υπέδαφος και τον ανεκτίμητο ορυκτό πλούτο της Σιβηρίας, τους κώνους με σπάνια μέταλλα και πολυμεταλικά συμπλέγματα, που βρίσκονται στον βυθό της Βόρειας Θάλασσας (δεν είναι τυχαίο ότι προ περίπου 2 ετών ανεκήρυξε και οριοθέτησε, την εκεί, ΑΟΖ). Τέλος, πρέπει να συνυπολογίζεται και μία παράμετρος που συνήθως διαφεύγει. Η τήξη των πάγων στην Αζοφική, δημιουργεί νέους ασφαλείς δρόμους στις θαλάσσιες μεταφορές, κατά πολύ συντομότερους από τους σημερινούς. Συνεπώς, η μεταφορά Ρωσικού ή άλλου πετρελαίου και γενικά πρώτων υλών και αγαθών, επί παραδείγματι, προς την Ιαπωνία ή και άλλους προορισμούς, διαμέσου συντομότερης διαδρομής κατά τουλάχιστον 40.000 ναυτικά μίλια, προσθέτει ένα ακόμη στρατηγικό πλεονέκτημα στην χώρα που ελέγχει αυτόν τον θαλάσσιο δρόμο.
Η Ρωσία παραμένει όμως μια Ανατολικού τύπου Δεσποτεία στην οποία η πλειοψηφία του λαού δεν μετέχει στην ευημερία και την απόλαυση των αγαθών που συνεπάγεται η όποια ανάπτυξη. Μπορεί η Σλάβικη νοοτροπία να στηρίζει προς στιγμήν το «θαύμα» του Πούτιν, δεν είναι όμως βέβαιο για πόσο ακόμη θα διαρκέσουν οι αντοχές του λαού και φυσικά δεν πρέπει να παραβλέπονται τα προβλήματα που συνεπάγονται από την Ουκρανική κρίση –περιοχή ζωτικής σημασίας για την Ρωσία- και την πιθανή αναζωπύρωση εστιών ανωμαλίας και ένοπλων αντιπαραθέσεων στην Οσσετία και την Τσετσενία.
Η Κίνα είναι για την μεγάλη πλειονότητα των Δυτικών ο μεγάλος άγνωστος γίγαντας της Ανατολής. Ο Σινικός οικονομικός Γολιάθ προξενεί δέος και όχι αδικαιολόγητα. Τα προϊόντα της έχουν πλημυρίσει τις αγορές της Δύσης και κλιμακηδόν εισέρχεται και στην αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού. Μελλοντικά, όχι σε μακρό χρονικό ορίζοντα, πολλά από τα προϊόντα θα κατασκευάζονται με μηχανήματα κινεζικής προέλευσης. Στην συντέλεση του οικονομικού θαύματος της Κίνας εκτός από το όγκο του πληθυσμού της (οι αριθμοί και τα μεγέθη κόβουν την ανάσα), συμβάλλει και η φιλοσοφία των Κινέζων, οι οποίοι έχουν υψηλό δείκτη αυτοπειθαρχίας, η οποία πηγάζει –μάλλον-, από την φιλοσοφία των λαών της Άπω Ανατολής. Αυτό καθώς και η αχανής έκτασή της –μικρότερη βέβαια από την Ρωσική, αλλά όχι πολύ λιγότερο πλούσια-, δίνει πλεονεκτήματα που η Δύση ή άλλες αγορές δεν μπορούν να ανταγωνισθούν.
Μια ακόμη πηγή προβληματισμού για την Δύση αποτελεί και η ραγδαία αύξηση των Κινεζικών επενδύσεων, οι οποίες δείχνουν να μην έχουν όριο. Και δεν είναι μόνο ο συνεχώς αυξανόμενος όγκος επενδύσεων και υποστηρικτικών οικονομικών-αναπτυξιακών παρεμβάσεων της Κίνας (π.χ. σε Αφρικανικές και άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου), κυρίως ανησυχίες προκαλεί η Σινική επενδυτική επιθετικότητα σε κρίσιμους τομείς όπως, ορυχεία μετάλλων, στον τομέα πετρελαίου, τηλεπικοινωνίες και τραπεζικό-χρηματοπιστωτικό τομέα. Προς το παρόν, ο όγκος των Δυτικών επενδύσεων είναι μεγαλύτερος από εκείνον των Κινεζικών κεφαλαίων, αλλά, δεν παραβλέπεται η επιθετική και σχεδιασμένη εισβολή των σινικών κεφαλαίων σε χωράφια που μέχρι πρότινος οι δυτικοί θεωρούσαν ότι είναι οι αποκλειστικοί και προνομιούχοι νομείς.
Βέβαια, για κάθε Γολιάθ υπάρχει και ένας Δαυΐδ. Η κινέζικη παραγωγή έχει μεν συγκριτικά πλεονεκτήματα στο πεδίο του όγκου και των αριθμών, δεν είναι όμως ακαταμάχητη, όταν τα ζητούμενο είναι η ποιότητα και η τεχνολογία –τουλάχιστον ακόμη.
Επίσης, δεν λείπουν και τα προβλήματα, τα οποία μέχρι στιγμή αυτή το Σινικό καθεστώς καλύπτει με σχετική άνεση (οι εργάτες στην Κίνα δεν είχαν κάτι περισσότερο πριν από την εγκαθίδρυση της Μαοϊκής διακυβέρνησης) και οι δομές που δημιούργησε ο Μάο ακόμη αντέχουν και οι διαχειριστές της εξουσίας έχουν ομολογουμένως επιδείξει αξιοσημείωτη ευελιξία και προσαρμογή και επιβάλει τις απαραίτητες μεταρυθμίσεις σε κατάλληλο χρόνο. Η Κίνα δείχνει να εγκαταλείπει τον απομονωτισμό της και να εμπλέκεται πλέον δυναμικά στα παγκόσμια πράγματα (δείγμα θελήσεως επ’ αυτού είναι και η εμπλοκή της στην εκστρατεία κατά του Embola, με αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού σε Λιβερία και άλλες Αφρικανικές χώρες καθώς και η οικονομική υποστήριξη της εκστρατείας με το ποσό των 82 εκμ. δολ. ΗΠΑ) .
Ως επιτυχίες ακόμη της Κινεζικής πολιτικής, πρέπει να συγκρατούνται οι πρόσφατες διακρατικές συνεργασίες με Ρωσία που αφορά στην από κοινού κατασκευή μαχητικών ελικοπτέρων και περί διανομής 30 δις. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου τα οποία θα διαθέσει η Gazprom στην Κινεζική CNPC και η υπογραφή memorandum συνεργασίας από τον Κινέζο Πρόεδρο Ξι Τζιν-πίνγκ και τον Αυστραλό Πρωθυπουργό Τόνι Άμποτ. Σε αυτό προβλέπεται και κατοχυρώνεται η συνεργασία των δύο χωρών σε τομείς εμπορίου, 40 κλάδων υπηρεσιών (περιλαμβανομένων και νομικών, υπηρεσιών υγείας κ.ά.), διακίνηση ειδών διατροφής κ.λπ. Σύμφωνα με αυτήν την συμφωνία, περί το 99% των προϊόντων της Αυστραλίας θα μπορούν να εισέλθουν στην αγορά της Κίνας χωρίς ή με ελάχιστους δασμούς. Πρόκειται για την πλέον ευνοϊκή συμφωνία που παρεχώρησε η Κίνα μέχρι σήμερα.
Εκείνο όμως που προκαλεί νευρικότητα σε Αμερικανικούς κύκλους -ειδικότερα όταν αυτά συμβαίνουν κατά την περίοδο που ο Πρόεδρος Obama επιχειρεί στροφή προς την Ασία-, είναι η Σινο-Ρωσική προσέγγιση και η κοινή ερμηνεία των γεγονότων της Ουκρανίας και Hong Kong, δείγμα αναπτυσσόμενης επικοινωνίας μεταξύ Μόσχας-Πεκίνου, γεγονός που εμφιλοχωρεί τον κίνδυνο δημιουργίας γεωπολιτικού άξονα, με συνέπεια την μετατροπή των χωρών αυτών σε στρατηγικούς παίκτες, οι οποίοι θα αμφισβητούν και θα απειλούν ευθέως, τα Αμερικανικά συμφέροντα.
Σε κάθε περίπτωση, στο μέσο ή απώτερο μέλλον, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πως θα αντιδράσει το σύστημα σε πιθανή όξυνση προβλημάτων όπως η μόλυνση του περιβάλλοντος-το Πεκίνο αναγκάζεται να λογοκρίνει μελέτες συναφώς με την ατμοσφαιρική μόλυνση-, η διάθεση των υδάτινων πόρων, η διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων και δομών, που έχει αρχίσει και κτυπά την πόρτα της χώρας και τα ελλείμματα στην αποτελεσματικότητα των κρατικών εταιριών. Ταυτοχρόνως, η είσοδος του διαδικτύου και η εύκολη πλέον πρόσβαση στις πληροφορίες και την ενημέρωση δημιουργεί τριγμούς στην σταθερότητα του καθεστώτος. Μία και κάτι 10ετία πριν, οι Κινέζοι αντλούσαν πληροφόρηση τόσο για την χώρα όσο και για τον κόσμο από τα επίσημα κομματικά-κυβερνητικά όργανα και εφημερίδες τοίχου. Σήμερα, όλο και περισσότεροι αποκτούν δυνατότητα άμεσης πληροφόρησης για τα όσα συμβαίνουν στην χώρα όπως π.χ. για το θέμα των Ουϊγούρων, του Θιβέτ και τις αποσχιστικές προθέσεις των πληθυσμών αυτών· την διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων και σκάνδαλα που αφορούν στελέχη του Κόμματος ή πολιτικά ζητήματα που προκύπτουν, όπως το πρόσφατο στο Hong Kong κ.ά.
Επιπροσθέτως, ερωτηματικά και ανησυχίες εγείρει η αυξανόμενη ένταση που καλλιεργεί το Πεκίνο με τις χώρες στην νότια μεθόριό του, όπως Βιετνάμ και Φιλιππίνες, προβάλλοντας εδαφικές ή γενικότερα κυριαρχικές αιτιάσεις, ενώ δεν πρέπει να παραβλέπεται και η ένταση στις σχέσεις με την Ιαπωνία. Μόλις προ λίγων ετών, Κινέζοι «αγανακτισμένοι» πατριώτες προέβησαν με την ανοχή –αν όχι υποκίνηση- των Αρχών σε καταστροφές εις βάρος Ιαπωνικών εταιρειών, όταν οι δύο χώρες έφθασαν πολύ κοντά σε θερμό επεισόδιο με αφορμή τις διεκδικήσεις επί των νήσων Senkaku και Diaou. Επ’ αυτού υπάρχουν σημάδια υφέσεως καθώς οι δύο χώρες θα πραγματοποιήσουν συνάντηση κορυφής στο πλαίσιο της συνόδου του Φόρουμ Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού, κάτι που λόγω της προαναφερθείσας διαμάχης, δεν είχε συμβεί για μια 3ετία (από έτους 2012). Ακόμη, πάντοτε παραμένει ανοικτό, ως εν δυνάμει εστία έντασης, το ζήτημα της Taiwan.
Σε αυτή την πολυπλοκότητα δεν είναι αμελητέα και η εμφάνιση άλλων αναδυομένων αγορών, Σιγκαπούρης, Μαλαισίας κ.ά Ασιατικών χωρών. Για την Ελλάδα ιδιαίτερο, γεωπολιτικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν η γειτονική Τουρκία, το Ισραήλ, οι Αραβικές χώρες, η Αίγυπτος και φυσικά η Κύπρος.
Η Τουρκία έχει πράγματι πετύχει σημαντικά πράγματα από την στιγμή που οι Erdogan και Davoutoglou βρέθηκαν στην ηγεσία της. Ο αρχιτέκτονας του νέο-οθωμανικού δόγματος και της νέας Τουρκικής στρατηγικής Άχμεντ Νταβούτογλου, μετά από μια επιτυχή ακαδημαϊκή διαδρομή, βρέθηκε συνεργάτης του χαρισματικού Erdogan και ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία στην πολιτική, αρχικά ως συνεργάτης του σημερινού Τούρκου Προέδρου, όταν αυτός ξεκινούσε την πορεία του από το Δημαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως προς το Πρωθυπουργικό αξίωμα. Οι πρώτες επιτυχίες του και δημόσια αναγνώριση ήρθαν όταν ως ειδικός απεσταλμένος του Τούρκου Πρωθυπουργού στο Ιράκ και την Μέση Ανατολή, επέτυχε να εξομαλύνει τις σχέσεις της Τουρκίας με το Αυτόνομο Ιρακινό Κουρδιστάν του Βορείου Ιράκ, παρά το «αγκάθι» του ΡΚΚ και να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την οικονομική διείσδυση τουρκικών επιχειρήσεων στην περιοχή, ενώ, οι χειρισμοί του διατήρησαν τις κατάλληλες ισορροπίες με την Βαγδάτη και κυρίως, πέτυχε να ανασταλεί το δημοψήφισμα για το καθεστώς ένταξης της πολύ σημαντικής πετρελαιοπαραγωγού περιφέρειας του Κιρκούκ και προστατεύοντας τα συμφέροντα του εκεί πληθυσμού Τουρκομάνων, αξιοποιώντας τις αντιθέσεις Κούρδων και Αράβων προς όφελος των τουρκικών συμφερόντων. Ως επικεφαλής της Τουρκικής Διπλωματίας εφάρμοσε με άριστο τρόπο το δόγμα –το οποίο ο ίδιος είχε εμπνευσθεί και σχεδιάσει-, του νέο-Οθωμανισμού. Πέτυχε σε σημαντικό βαθμό τον στόχο για μηδενικά προβλήματα με τις όμορες χώρες, το Κουρδικό παρουσίασε ύφεση και εισήλθε σε τροχιά συνεννόησης.
Η στρατηγική αυτή έφερε ως αποτέλεσμα την τουρκική οικονομική άνθιση και απέμπλεξε την Τουρκία από το ΔΝΤ, δίνοντάς της μια θέση στους G20, σε διάστημα 10ετίας. Σε αυτήν, την ομολογουμένως θεαματική προσπάθεια κίνητρο υπήρξε και η ενταξιακή προοπτική της χώρας. Αξίζει να αναφερθεί –και ίσως να παραδειγματίσει-, ότι μια σοβαρή ενέργεια της τουρκικής ηγεσίας, προκειμένου να διευκολύνει και να προωθήσει τις επενδύσεις, δημιούργησε ειδική ομάδα επιχειρηματιών, συμβούλων και άλλων ειδικών. Η ομάδα αυτή λειτουργούσε στο πλαίσιο του Πρωθυπουργικού Γραφείου και είχε άμεση αναφορά στον Πρωθυπουργό. Παρείχε κάθε απαραίτητη συνδρομή σε υποψήφιους επενδυτές (στοιχεία και δεδομένα αγοράς κ.λπ.) και επέλυε άμεσα και αποτελεσματικά προβλήματα που απέρρεαν από την γραφειοκρατία ή την διαφθορά δημοσίων υπηρεσιών. Παρά την άκρως εντυπωσιακή πορεία, σήμερα έχουν αρχίσει την εμφάνισή τους … χαμηλές νεφώσεις.
Στο θέμα της Συρίας, η εξέλιξη δεν ήταν σύμφωνη με τις προσδοκίες της Άγκυρας. Είναι κατανοητό ότι το ισχυρό καθεστώς Assad αποτελεί εμπόδιο στις βλέψεις και στα μεγαλεπήβολα σχέδια των Τούρκων ηγετών. Η Αλεβιτική (Σιϊτική συνιστώσα), Δαμασκός βρίσκεται πιο κοντά στην Τεχεράνη από ότι στον κάτοικο του Λευκού Παλατιού της Κωνσταντινουπόλεως και αποτελεί ανασχετική παράμετρο για την ολοκλήρωση της Τουρκικής εξάπλωσης στον Αραβικό Κόσμο, ενώ δεν είναι και αμελητέα παράμετρος η Συριακή ακτογραμμή, η οποία πέραν της θαλάσσιας πρόσβασης, συνεπάγεται και ΑΟΖ στην Μεσογειακή λεκάνη. Η μη ελεγχόμενη Κυβέρνηση Assad, προφανώς, λογίζεται ως πρόβλημα από την Τουρκική Διπλωματία. Τελικά, παρά τις προσπάθειες η Συρία αν και εμπεπλεγμένη σε σκληρό εμφύλιο, παραμένει υπό το καθεστώς των Assad, το οποίο αξιοποιώντας την παρουσία και δράση του ISIS-, στην ευρύτερη περιοχή, εμφανίζεται να ανακάμπτει και να κερδίζει το χαμένο έδαφος, έναντι των εσωτερικών του αντιπάλων. Η Τουρκική ηγεσία δεν θεωρείται ικανοποιημένη από τις ενέργειες των ΗΠΑ επ’ αυτού και δεν διστάζει να το δείξει σε κάθε ευκαιρία, όπως αυτή, της πρόσφατης κρίσης στο Κομπανί.
Δεν είναι λίγοι, οι αναλυτές εκείνοι που κατατάσσουν την Άγκυρα στους βασικούς υποστηρικτές των τρομοκρατών του ISIS. Αν και ακόμη είναι νωρίς για να προδικάσει κανείς εξελίξεις, δεδομένου ότι η Δύση έχει, προς το παρόν, επιλέξει ρόλο παρατηρητή, γενική εκτίμηση είναι ότι αυτό το παίγνιο δεν θα έχει ευτυχή έκβαση για την Άγκυρα. Ακόμη, η παρατηρούμενη έξαρση του Κουρδικού, δεν συμβάλλει θετικά στους σχεδιασμούς του -Προέδρου πλέον- Ερντογάν.
Συμπερασματικά, τα δεδομένα της στιγμής, σημαίνουν τον κώδωνα κινδύνου για την εξέλιξη των Τουρκικών επιθυμιών και θέτουν εν κινδύνω την προοπτική των αυτοκρατορικών βλέψεων της πολιτικής ηγεσίας της χώρας αυτής. Ήδη, δημιουργείται κλίμα ανησυχίας και καθιστούν επισφαλή την επενδυτική δραστηριότητα στην Τουρκία, γεγονός που πιθανόν οδηγήσει σε απόσυρση ή μεταφορά των επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία συνέβαλλαν και στήριξαν το οικονομικό της θαύμα. Τέτοιο πλήγμα, θα αποβεί ίσως, καίριο για την τουρκική οικονομία και δημιουργεί προβληματισμό και φόβους σχετικά με τις πιθανές αντιδράσεις της Άγκυρας και ειδικότερα του παρορμητικού Προέδρου της χώρας· επιβαρυντικό στις προβλέψεις αυτές, είναι και η εμπειρία από τον απρόβλεπτο χαρακτήρα τέτοιων καθεστώτων. Ούτως ή άλλως, η περιοχή της Μέσης Ανατολής προσομοιάζει με πεδίο κινούμενης άμμου, απρόβλεπτες αντιδράσεις εκ μέρους της Τουρκίας θα επιδεινώσουν κρίσιμα προβλήματα που ήδη υφίστανται.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Γιατί είναι δύσκολο να ζει κανείς στα Βαλκάνια - Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου, 2014 - koolnews.gr

valkania-570
Ανέκαθεν ήταν δύσκολο να ζει κανείς στα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και εξ ίσου συναρπαστικό και ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί, ο χαρακτηρισμός τους ως «πυριτιδαποθήκη». Και πράγματι, οι λαοί στην γειτονιά αντιμετωπίζουν, σχεδόν, τα πάντα με το θυμικό στα «κόκκινα», έχουν δικούς τους ιδιαίτερους κανόνες συμπεριφοράς και το συναίσθημα είναι αν όχι κυρίαρχο, ισχυρά παρόν στις επιλογές.

Παρά το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός «βαλκάνιος» έχει υποτιμητική χροιά, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην γειτονιά αυτή της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, άκμασαν πολιτισμοί, οι οποίοι καθόρισαν την πορεία ολόκληρης της Δύσης. Είναι η περιοχή, όπου τα πολιτιστικά-πολιτισμικά στοιχεία των Μεσογειακών λαών αφομοιώθηκαν, αναπτύχθηκαν και οδήγησαν στην Κλασσική Αρχαιότητα και τον Ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Σε αυτό, συνέβαλαν όλοι οι λαοί της περιοχής, καθένας με την δυνατότητά του και προφανώς, δεν θα υπήρχε το όλον αν δεν υπήρχαν τα επί μέρους τμήματά του.
Δυστυχώς, τα τελευταία 100-120 έτη, δηλαδή, από την ίδρυση των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια και μετά, το ένδοξο παρελθόν δεν δικαιώνεται. Συγκρούσεις, ένοπλες συρράξεις και μεγάλες αιματοχυσίες χαρακτηρίζουν την νεώτερη ιστορία της περιοχής. Αυτό βέβαια, δεν είναι περίεργο, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την ιδιοσυγκρασία των λαών και το γεγονός ότι οι πληθυσμοί ζούσαν σχεδόν για δύο χιλιετίες, υπό την επικυριαρχία δύο περιφερειακών υπερδυνάμεων –Ρώμης και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- και η περιοχή αποτελούσε μια ενιαία γεωπολιτική ενότητα, εντός της οποίας οι μετακινήσεις πληθυσμών και μεγάλων εθνικών ομάδων ήταν ελεύθερη και συχνή. Αυτό επέφερε ως συνέπεια την ανάμειξη των κατοίκων και την παρουσία συμπαγών, εθνικών ομάδων στα εδάφη των νέων εθνικών κρατών και εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις από όλους, προς όλους. Το πρόσφατο επεισόδιο στο Βελιγράδι, ήρθε να υπενθυμίσει αυτή την πραγματικότητα και να επιτείνει την ανησυχία την οποία έχουν προκαλέσει, ήδη, οι ένοπλες συγκρούσεις στην Ουκρανία και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Το γεγονός θα περιοριζόταν στα όρια της απλής πρόκλησης, κάποιας ομάδας εθνικιστών –άλλωστε, αντίστοιχους ηλίθιους βρίσκει κανείς σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης-, οι οποίοι παρέσυραν στην ατελέσφορη βλακεία τους και κάποιους παίκτες της Αλβανικής εθνικής ομάδας. Όμως, όταν, η Κυβέρνησή της υπαίτιας για την πρόκληση, χώρας δεν καταδικάζει απερίφραστα την πρόκληση, τότε το ζήτημα γεννά πολλά ερωτηματικά και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό, έρχεται να προστεθεί και η συμμοριτικού χαρακτήρα και μεθοδεύσεως επιδρομή Αλβανών ενόπλων, στις περιοχές της Ελληνικής μειονότητας.
Η τοποθέτηση της επίσημης Αλβανικής πλευράς και ιδιαίτερα του Πρωθυπουργού Κου Edi Rama, προξένησε μεγάλη απογοήτευση σε εκείνους που πίστευαν ότι στο πρόσωπό του η Αλβανία βρήκε έναν ηγέτη που θα είχε την δυνατότητα να την οδηγήσει στον σύγχρονο κόσμο, ως μια δυτική, φιλελεύθερη δημοκρατία και το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αλβανίας να υπερβεί το εθνικιστικό παρελθόν καθεστωτικό παρελθόν του. Ενδεχομένως, αιφνιδιάστηκε και ο ίδιος από το μέγεθος της εθνικιστικής, αυτής, πρόκλησης, πάντως, σε κάθε περίπτωση η εικόνα στο συγκεκριμένο γεγονός, αν μη τι άλλο, τον αδικεί. Και τον αδικεί γιατί η όλη πολιτική του παρουσία, παραπέμπει σε έναν μετριοπαθή, ρεαλιστή ηγέτη.
Εν πάση περιπτώσει, ούτε δόκιμη, ούτε λειτουργική είναι η εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων και η καταφυγή σε αφορισμούς. Η ανάλυσή μας προκειμένου να οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα· για να απαντά ουσιαστικά και με προοπτική, απαιτεί λελογισμένη, ψύχραιμη και ορθή καταγραφή και αξιολόγηση των δεδομένων και κυρίως, να είναι πολιτική:
  • Είναι γνωστό και απολύτως κατανοητό, ότι η Αλβανική κοινωνία μετά από 50 και πλέον χρόνια καθεστωτικής προπαγάνδας και καλλιέργειας εθνικών μύθων και μόλις 100 ετών κράτος, δεν δύναται να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα θέματα συναφώς με τους γείτονές της.
  • Η προ ετών προσφυγή με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και του ιδίου του Ράμα, στο Συνταγματικό Δικαστήριο και ακύρωση, από αυτό, της Ελληνοαλβανικής συμφωνίας περί του καθορισμού ΑΟΖ.
  • Η μη ρητή καταδίκη και λήψη αποστάσεων της Αλβανικής Κυβέρνησης, έναντι φαινομένων έξαρσης εθνικισμού και η εμφάνισή της να σύρεται πίσω από ακραίους κύκλους ανωμαλίας –για προφανείς ψηφοθηρικούς λόγους-, καθώς και η διαφαινόμενη απόπειρα εμφάνισης θρησκευτικού χαρακτήρα σε αντιπαραθέσεις (με μειονοτικούς εντός χώρας ή γείτονές της).
Αυτά, ενθαρρύνουν σκέψεις, περί αύρας Τουρκικής χειρός στην υλοποίηση ή και ακόμη και τον σχεδιασμό, στην διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων της Αλβανίας. Προφανώς, κύκλοι εντός της Κυβέρνησης και των ελίτ εξουσίας, θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται από την δημιουργία στενών δεσμών με την Άγκυρα.
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Τουρκία αρέσκεται στην εμπλοκή της σε παρόμοια παίγνια (δηλώσεις Αμερικανού Αντιπροέδρου Κου Biden περί αναμείξεώς της και της υποστηρικτικής διαθέσεως την οποία επέδειξε στην υπόθεση του «Ισλαμικού Κράτους»).
Κατά συνέπεια, δεν στερείται αλήθειας η υπόθεση ότι ενδεχομένως εντός του όλου στρατηγικού σχεδιασμού της, η Τουρκική πλευρά, θεωρεί ότι δεν «χάνει» από την διατήρηση και επέκταση γενικευμένης αναταραχής στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου και στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με την Τεχεράνη για τα πρωτεία στην περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, επενδύει στην αστάθεια. Αυτή η πρακτική, βέβαια, δεν εκτιμάται και ως η απολύτως ενδεδειγμένη, μιας και σε περιόδους γενικευμένων αναταραχών και συγκρούσεων η Τουρκία δεν επέτυχε κέρδη. Αυτή τη στιγμή όμως, παρουσιάζεται ως τα σταθερά εκείνα εδάφη, μέσω των οποίων οι αγωγοί ενέργειας θα δύνανται να διέλθουν με ασφάλεια, ισχυρή δύναμη επιβολής διεθνούς βουλήσεως και την διατήρηση περιφερειακής τάξης. Αυτός ο ρόλος ενισχύεται από το γεγονός ότι είναι η χώρα η οποία έχει τον έλεγχο των υδάτινων πόρων της Μέσης Ανατολής, εφ’ όσον στα εδάφη της βρίσκονται οι πηγές του Τίγρητος και του Ευφράτου.
Προβάλλει συνεπώς, επιβεβλημένη η παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας, η οποία, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να επιτρέψει την συνέχιση αυτής της τακτικής καθώς, εγείρονται κίνδυνοι γενικότερης αναφλέξεως και μη ελεγχόμενων εξελίξεων. Αφ’ ενός πρέπει να καταδικασθεί απερίφραστα η προκλητικότατη στάση των αλβανικών στοιχείων που δυναμίτισαν την πορεία εξομάλυνσης των σερβο-αλβανικών σχέσεων. Ο φόρος αίματος που κατεβλήθη –ακόμη και στις τελευταίες δύο 10ετίες σε Κοσσυφοπέδιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη κ.λπ., αρκεί!
Αφ’ ετέρου πρέπει οι ίδιοι οι Βαλκανικοί λαοί να συνειδητοποιήσουν ότι εντός της Ευρωπαϊκής οικογένειας, διεκδικήσεις και αντιπαραθέσεις που θυμίζουν «συγγενείς που τσακώνονται για την περιουσία του μακαρίτη» (εν προκειμένω μακαρίτης είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία), συμβάλουν στην διατήρηση της καθυστέρησης και των κοινωνικών-πολιτιστικών ελλειμμάτων της περιοχής (σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες) και στερούν από τους ίδιους την προοπτική ανάπτυξης και ευημερίας που πραγματικά αξίζουν.
Ίσως είναι επίκαιρη, περισσότερο παρά ποτέ, η εκ νέου αναδιατύπωση του οράματος του Ρήγα Φεραίου για ανεξίθρησκα, πολυπολιτισμικά Βαλκάνια. Η ειρηνική συνύπαρξη και η κατάρριψη εθνικών μύθων, η ύπαρξη των οποίων, εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς και σε άλλες εποχές, είναι προϋποθέσεις για την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην σύγχρονη εποχή. Ο προσανατολισμός πρέπει να είναι εστραμμένος προς την πρόοδο και το μέλλον, παρά τις όποιες δυσκολίες παρουσιάζονται στις σημερινές συνθήκες. Αυτό είναι το χρέος και φροντίδα κάθε ηγεσίας.
Ατυχώς, η Ελλάδα, ως χώρα ευρισκομένη, ήδη εδώ και 10ετίες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με δεδομένο το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, διέρχεται την σκληρότερη περίοδο της σύγχρονης μεταπολεμικής ιστορίας της. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η Ελληνική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να αφεθεί στον λήθαργο και την μιζέρια ώστε να καθίσταται ο «πτωχός συγγενής» τόσον της Βαλκανικής όσο και της Ευρωπαϊκής οικογένειας, αλλά να προβεί σε παρεμβάσεις και πολιτικές που θα δικαιώνουν τον ρόλο και την ιστορική ευθύνη της.

http://www.koolnews.gr/egrapsan/508827-giati-einai-dyskolo-na-zei-kaneis-sta-valkania/